H Nεοαγγειογένεση στο ενδοπορικό καρκίνωμα του μαστού
Ε. Καραϊωσηφίδη, Λ. Μανιδάκης, Η. Αρβανίτη, Σ. Κουνέλη, Κ. Σφήκας, Δ. Πρεβεδώρου, Ε. Κουρή
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η ανάπτυξη και εφαρμογή του προληπτικού μαστογραφικού ελέγχου συνέβαλε αποφασιστικά στην αύξηση της συχνότητας με την οποία διαγιγνώσκεται το ενδοπορικό μη διηθητικό καρκίνωμα. Λόγω της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του ενδοπορικού καρκινώματος κάθε προτεινόμενος προγνωστικός δείκτης είναι ενδιαφέρον εφ' όσον όμως πρώτα διερευνηθεί η βιολογική και κλινική του σημασία.
Σκοπός της εργασίας ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο η μικροδιήθηση αποτελεί το έναυσμα για την έναρξη της νεοαγγειογένεσης ή εάν η νεοαγγειογένεση συμμετέχει στον κακοήθη φαινότυπο ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη διήθησης.
Το υλικό μας αποτελείται από 62 ενδοπορικά καρκινώματα από τα οποία τα 21 παρουσίαζαν μικροδιήθηση. Μελετήσαμε την αγγειακή πυκνότητα μετά από ανοσοϊστοχημική ανάδειξη των τριχοειδών με αντίσωμα για τον παράγοντα VIII. Μετά από στατιστική ανάλυση των ευρημάτων μας προέκυψε ότι η μικροδιήθηση δεν επηρεάζει την νεοαγγειογένεση ενώ αυτή εξαρτάται από τον υποτύπο του καρκινώματος και από την πυρηνική του ατυπία.
Λέξεις-κλειδιά: Νεοαγγειογένεση, ενδοπορικό καρκίνωμα μαστού, ανοσοϊστοχημεία, παράγοντας VIII.
EIΣAΓΩΓH
Η καρκινογένεση δεν έχει μια συγκεκριμένη πορεία αλλά οφείλεται σε συσσώρευση ποικίλων γεγονότων που εξαρτώνται από άλλοτε άλλους βιολογικούς παράγοντες που επιδρούν ποικιλοτρόπως ανάλογα με το είδος του κυττάρου-στόχου και τις τοπικές συνθήκες.
Η απρόσκοπτη αύξηση των νεοπλασμάτων εξαρτάται από την τοπική αιμάτωση που είναι ανάλογη με τον αριθμό των τριχοειδών1. Τα νεοσχηματισμένα αγγεία δημιουργούνται από τα προϋπάρχοντα τριχοειδή μέσω της επίδρασης αγγειογενετικών παραγόντων που εκκρίνονται πιθανώς και από τα νεοπλασματικά κύτταρα2. Σε παρόμοια επίδραση συγκολλητικών πεπτιδίων οφείλεται και η νεοαγγειογένεση σε φυσιολογικούς ή μη νεοπλασματικούς ιστούς1 π.χ. έμμηνος ρύση, ωοθυλακιορρηξία, φλεγμονή.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η αγγειογένεση είναι ένα σημαντικό γεγονός κατά τη διάρκεια της κακοήθους εξαλλαγής ενός ιστού. Μελέτες σε πειραματόζωα αλλά και σε ανθρώπινους ιστούς έδειξαν ότι η νεοαγγειογένεση συσχετίζεται με την καρκινογένεση. Εν τούτοις παραμένει ασαφές το πότε και πως γίνεται η αλλαγή προς ένα αγγειογενετικό φαινότυπο κατά τη διάρκεια της πρώιμης ανάπτυξης ενός όγκου2. Ο Folkman2 θεωρεί ότι αυτό οφείλεται σε κάποια τοπική αλλαγή στη νεοπλασματική επεξεργασία.
Οι γονιδιακές διαφοροποιήσεις συνήθως αφορούν πρώιμα στάδια της καρκινογένεσης. Η παρατήρηση ότι προδιηθητικά και διηθητικά καρκινώματα του μαστού είχαν τις ίδιες γονιδιακές ανωμαλίες, υπαινίσεται ότι οι γονιδιακές αλλαγές πιθανότατα εμφανίζονται πριν αναπτυχθεί ο διηθητικός φαινότυπος3. Εξ' άλλου είναι γνωστό ότι τα μη διηθητικά καρκινώματα του μαστού διαφέρουν ως προς το βιολογικό τους δυναμικό4,5.
Μέχρι τώρα δεν είναι δυνατόν με την ιστοπαθολογική εξέταση ρουτίνας να διαχωρισθούν τα ενδοπορικά καρκινώματα που πιθανόν θα εξελιχθούν σε διηθητικά. Υπάρχει επομένως ανάγκη για ανάπτυξη περισσότερο αξιόπιστων προγνωστικών δεικτών γι αυτή την ολοένα αυξανόμενη, λόγω της εφαρμογής του πληθυσμιακού μαστογραφικού ελέγχου, κατηγορίας καρκινωμάτων του μαστού. Η νεοαγγειογένεση ενδεχομένως, θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα μέτρο της διηθητικής ικανότητας ενός προδιηθητικού καρκίνου.
Σκοπός αυτής της μελέτης είναι να διερευνήσει εάν η μικροδιήθηση αποτελεί ένα έναυσμα για την έναρξη της νεοαγγειογένεσης ή εάν η νεοαγγειογένεση συμμετέχει στον κακοήθη φαινότυπο ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη διήθησης.
ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ
Το υλικό προέρχεται από τα αρχεία του Παθολογοανατομικού Εργαστηρίου του Νοσοκομείου "Ελ. Βενιζέλου". Έγινε ανασκόπηση όλων των περιπτώσεων πορογενούς in situ καρκινώματος του μαστού που διαγνώσθηκαν μεταξύ 1984-1992. Ασθενείς με καρκίνο του ετερόπλευρου μαστού ή ασθενείς που δεν προσήλθαν για επανεξέταση αποκλείσθηκαν από τη μελέτη. Επίσης εξαιρέθηκαν οι περιπτώσεις με ανεπαρκές ή ακατάλληλο ιστολογικό υλικό για επανεκτίμηση.
Τελικά αξιολογήθηκαν 62 περιπτώσεις [41 πορογενή μη διηθητικά καρκινώματα (DCIS) και 21 ενδοπορικά καρκινώματα με μικροδιήθηση (DCIS-M)].
Το χρονικό διάστημα παρακολούθησης των γυναικών ήταν 20-116 μήνες (μέση τιμή 58,1 μήνες). Οι κλινικές πληροφορίες προέρχονται από τα ιστορικά των ασθενών και από το αρχείο της Κλινικής μαστού του Νοσοκομείου "Ελ. Βενιζέλου".
Το μέγεθος του όγκου είναι το αναφερόμενο στην αρχική ιστολογική έκθεση. Η ιστολογική επανεκτίμηση περιέλαβε ιστολογικούς υποτύπους DCIS, πυρηνική ατυπία, αριθμό μιτώσεων και μέτρηση των νεοαγγείων. Ως μικροδιηθητικά καρκινώματα θεωρήθηκαν τα μη διηθητικά καρκινώματα που παρουσίαζαν μία ή περισσότερες εστίες διήθησης οι οποίες όμως δεν είχαν διάμετρο μεγαλύτερη του 1 χιλιοστού6.
Ο ιστολογικός υποτύπος του DCIS μπορεί να είναι θηλώδης, μικροθηλώδης ή ηθμοειδής, συμπαγής και φαγεσωρικός (Comedo). Το κριτήριο για την κατάταξη του καρκινώματος στην ομάδα Comedo ήταν η ύπαρξη άφθονης κεντρικής νέκρωσης6. Όσον αφορά την πυρηνική ατυπία, οι όγκοι κατετάγησαν σε τρεις ομάδες: χαμηλής, μέσης και υψηλής πυρηνικής ατυπίας. Ως πυρηνική ατυπία του όγκου θεωρήθηκε η υψηλότερη που παρατηρήθηκε.
Ο αριθμός των μιτώσεων μετρήθηκε σε περισσότερα από 10 οπτ. πεδία μεγάλης μεγέθυνσης, (ο.π.μ.μ.). Εάν ο μέσος αριθμός μιτώσεων ήταν 0-1 ο όγκος ταξινομήθηκε στην κατηγορία Ι. Για 2-3 μέσο αριθμό μιτώσεων στην κατηγορία ΙΙ και για περισσότερες από 3 στην ΙΙΙ.
Τα τριχοειδή μετρήθηκαν μετά από ανοσοϊστοχημική ανάδειξη των ενδοθηλίων με αντίσωμα για τον παράγοντα VIII (Pab της Shandon).
Η ανοσοϊστοχημική χρώση έγινε με τη μέθοδο Αβιδίνης-Βιοτίνης. Εξετάσθηκε μια τομή από δύο κύβους παραφίνης ανά όγκο. Τα τριχοειδή μετρήθηκαν στο περιπορικό στρώμα στις πιό αγγειοβριθείς περιοχές, με μεγέθυνση 400x μέσα σε σταθερού μεγέθους πεδίο μέσω προσοφθαλμίου φακού εξοπλισμένου με πλέγμα 100 υποδιαιρέσεων. Μετρήθηκαν 10 ο.π.μ.μ. ανά τομή, τα οποία επιλέχθηκαν να βρίσκονται στην περιφέρεια των πόρων που ήταν κατειλημμένοι από το νεόπλασμα. Η μέτρηση έγινε χωρίς να υπάρχει γνώση άλλων προγνωστικών και κλινικών παραγόντων. Μετρήθηκαν όλα τα μεμονωμένα κύτταρα η συμπλέγματα κυττάρων που ήταν θετικά στον παράγοντα VIII και αφορίζονταν σαφώς από τα παρακείμενα.
Προέκυψαν δύο μετρήσεις: α) Αριθμός τριχοειδών, δηλαδή ο μέσος όρος του αριθμού των τριχοειδών ανά οπτ. πεδίο. β) Πυκνότης τριχοειδών δηλαδή ο μέσος όρος του αριθμού των υποδιαιρέσεων που καταλαμβάνονται από τα τριχοειδή για κάθε οπτικό πεδίο.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Oι ηλικίες των ασθενών κυμαίνοντο από 30 έως 79 χρόνια. Η μέση ηλικία για την ομάδα των DCIS ήταν 53,8 χρόνια και για την ομάδα των DCIS-M είναι 55,6 χρόνια. Η διαφορά όμως αυτή δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική. Η διάμετρος του όγκου κυμάνθηκε από 0,5 έως 6 εκ. Σχεδόν όλοι οι όγκοι είχαν μικτούς ιστολογικούς τύπους αλλά για τις ανάγκες αυτής της μελέτης ταξινομήθηκαν ανάλογα με τον κυριαρχούντα ιστολογικό τύπο. Τύπου Comedo ήταν 23 (37%) περιπτώσεις. Στον θηλώδη τύπο ανήκαν 7 (11%) καρκινώματα. Τα μικροθηλώδη και ηθμοειδούς τύπου καρκινώματα συμπεριλήφθησαν στην ίδια κατηγορία και ήταν 26 (42%). Στο συμπαγή τύπο ανήκαν 16 (10%) καρκινώματα. Από τις 62 περιπτώσεις, οι 27 (43,5%) είχαν χαμηλή, 22 (35,8%) είχαν μέτρια, και 13 (21%) είχαν υψηλή πυρηνική ατυπία. Oσον αφορά τη μιτωτική δραστηριότητα 43 (70%) ταξινομήθηκαν στην ομάδα Ι, 12 (20%) στην ομάδα ΙΙ, και μόνο 6 (10%) στην ομάδα ΙΙΙ.
Ο αριθμός των τριχοειδών κυμαίνετο από 3 έως 13,7 (μέση τιμή τριχοειδών σε δεδομένο πεδίο με μεγέθυνση 400x) και οι τιμές της αγγειακής πυκνότητας από 10 έως 28,8 (μέση τιμή της % αναλογίας υποδιαιρέσεων του πλέγματος που καταλαμβάνονταν από τριχοειδή) στην ίδια μεγέθυνση. Η μέση τιμή των μετρήσεων του αριθμού τριχοειδών ήταν για την ομάδα των DCIS 7,04 και για την ομάδα των μικροδιηθητικών 7,90. Όσον αφορά την αγγειακή πυκνότητα οι τιμές ήταν 16,5 και 16,6 αντιστοίχως. Τα αποτελέσματα αυτά αποδεικνύουν ότι ο αριθμός και η πυκνότητα των τριχοειδών δεν σχετίζονται με τη μικροδιήθηση (Πίνακας 1). Ταξινομώντας ιστολογικά τις περιπτώσεις σε δύο ομάδες: Comedo και μη-Comedo (Πίνακας 2) βρήκαμε στατιστικά σημαντική συσχέτιση μεταξύ τύπου Comedo και αριθμού τριχοειδών.
Συγκρίνοντας την ομάδα με την υψηλότερη πυρηνική ατυπία, με τις δύο άλλες όσον αφορά την αγγειακή πυκνότητα (ομαδοποιώντας τις περιπτώσεις με πυρηνική ατυπία 1 και 2) είχαμε μια στατιστικά σημαντική διαφορά για την ομάδα ΙΙΙ (Πίνακας 3). Οι μέσες τιμές του αριθμού τριχοειδών και της αγγειακής πυκνότητας σε δύο ομάδες όγκων με διάμετρο μεγαλύτερη των 2 εκ. και μικρότερη των 2 εκ. δεν είχαν στατιστικές διαφορές. Το ίδιο προέκυψε με τις τρεις ομάδες μιτωτικής δραστηριότητας.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Η ανομοιογένεια του ενδοπορικού καρκινώματος του μαστού έχει γίνει αντικείμενο πολλών μελετών. Μέχρι τώρα είναι αβέβαιη η προγνωστική αξία των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών του προδιηθητικού καρκίνου. Πολλές κλινικές και μαστογραφικές παράμετροι έχουν αξιολογηθεί με σκοπό τον προσδιορισμό των ασθενών που βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο μεταγενέστερου διηθητικού καρκίνου7,8,9. Εξάλλου τα τελευταία χρόνια έχει αναφερθεί ότι η αγγειακή πυκνότητα έχει προγνωστική αξία στον διηθητικό καρκίνο του μαστού10,11,12. Ο Weidner10 και συν. στην εργασία τους για την νεοαγγειογένεση και τις λεμφαδενικές μεταστάσεις του καρκίνου του μαστού αναφέρουν για πρώτη φορά ότι υπάρχει αυξημένη αγγειογένεση γύρω από τους πόρους που καταλαμβάνονται από κακοήθη κύτταρα σε περιπτώσεις όπου αυτοί οι πόροι είναι το ενδοπορικό στοιχείο ενός κατά τα άλλα διηθητικού καρκινώματος.
Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να διερευνήσει κατά πόσο η έναρξη της αγγειογενετικής δραστηριότητας εξαρτάται από τη μικροδιήθηση.
Τα ευρήματά μας δεν απέδειξαν συσχέτιση αυτών των παραμέτρων. Εντούτοις βρέθηκε σημαντική σχέση μεταξύ της νεοαγγειογένεσης και του ιστολογικού τύπου Comedo. Η παρατήρηση αυτή είναι παρόμοια με αυτή των Guidi και συν.13. Δεν μπορέσαμε όμως να διακρίνουμε στο δικό μας υλικό ενδοπορικών καρκινωμάτων δύο τύπους στρωματικών αγγείων.
Το γεγονός ότι η μικροδιήθηση δεν έχει αγγειογενετική ικανότητα, συνηγορεί υπέρ του ότι η αγγειογένεση εξαρτάται από ειδικευμένα πεπτίδια που εκκρίνονται από τα νεοπλασματικά κύτταρα, όπως επίσης και από άλλα κύτταρα (π.χ. μακροφάγα) που συγκεντρώνονται με χημειοτακτικούς μηχανισμούς στο περιπορικό στρώμα. Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγουμε με την παρατήρηση ότι η νεοαγγειογένεση συσχετίζεται στην παρούσα μελέτη με την υψηλή πυρηνική ατυπία. Ο αγγειογενετικός φαινότυπος φαίνεται ότι εξαρτάται από ρυθμιστικά γονίδια που ελέγχουν τις ποικίλες εκφράσεις της βιολογικής συμπεριφοράς του κυττάρου. Η έλλειψη συσχέτισης της αγγειογένεσης με το μέγεθος του όγκου και τη μιτωτική δραστηριότητα συνηγορούν υπέρ του ότι η αύξηση του νεοπλάσματος και η αγγειογένεση εξαρτώνται πιθανώς από διαφορετικές γονιδιακές αλλοιώσεις.
Επιπλέον οι Vartanian και Weidner14 βρήκαν ότι η αγγειακή πυκνότητα και ο δείκτης πολλαπλασιασμού του καρκινώματος ήταν ανεξάρτητοι.
Ο ρόλος της ανοσοϊστοχημικά προσδιοριζόμενης αγγειογένεσης στα μη διηθητικά καρκινώματα του μαστού πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω με σκοπό να εκτιμηθεί η βιολογική της σημασία, να κατανοηθεί η λειτουργία της σε μοριακό επίπεδο και να αξιολογηθεί η κλινική της σημασία.
Bιβλιογραφια
1. Folkman J. How is blood vessel growth regulated in normal and neoplastic tissue? Cancer Res 1986; 46:467-473.
2. Folkman J, Watson K, Ingber D, Hanahan D. Induction of angiogenesis during the transition from hyperplasia to neoplasia. Nature 1989; 339:58-61.
3. Smith HS, Lu Y, Deng G, et al. Molecular aspects of early stages of breast cancer progression. J Cell Biochem 1993; 17G:144-152.
4. Holland PA, Bundred NJ. The management of ductal carcinoma in situ. The Breast 1994; 3:1-2.
5. Van Dongen JA, Holland R, Peterse JL, et al. Ductal carcinoma in situ of the breast; Second EORTC Consensus Meeting. Eur J Cancer 1992; 28:626-629.
6. Patchefsky AS, Schwartz GF, Finkelstein SD, et al. Heterogeneity of intraductal carcinoma of the breast. Cancer 1989; 63:731-741.
7. Lagios MD. Heterogeneity of ductal carcinoma in situ of the breast. J Cell Biochem 1993; 17G:49-52.
8. Lennington WJ, Jensen RA, Dalton LW, Page DL. Ductal carcinoma in situ of the breast. Heterogeneity of individual lesions. Cancer 1994; 73:118-124.
9. Poller DN, Silverstein MJ, Galea M, et al. Ideas in pathology. Ductal carcinoma in situ of the breast: a proposal for a new simplified histological classification association between cellular proliferation and c-erb B-2 protein expression. Mod Pathol 1994; 7:257-262.
10. Weidner N, Semple JP, Welch WR, Folkman J. Tumor angiogenesis and metastasis-Correlation in invasive breast carcinoma. New Engl J Med 1991; 324:1-8.
11. Weidner N, Folkman J, Pozza F, et al. Tumor angiogenesis: A new significant and independent prognostic indicator in early-stage breast carcinoma. JNCI 1992; 84(24):1875-1880.
12. Horak ER, Leek R, Klenk N, et al. Angiogenesis, assessed by platelet/endothelial cell adhesion molecule antibodies, as indicator of node metastases and survival in breast cancer. The Lancet 1992; 340:1120-1124.
13. Guidi AJ, Fischer L, Harris JR, Schnitt SJ. Microvessel density and distribution in ductal carcinoma in situ of the breast. J Natl Cancer Inst 1994; 86:614-619.
14. Vartanian RK, Weidner N. Correlation of intratumoral endothelial cell proliferation with microvessel density (tumor angiogenesis) and tumor cell proliferation in breast carcinoma. Am J Pathol 1994; 144:1188-1194.
|