ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΤΕΥΧΟΥΣ

 

Συχνότητα και χαρακτήρες λεμφωμάτων στομάχου στο υλικό μιας πενταετίας
Παράση Αικ., Σωτηρίου Ε., Πέτρου Β., Μεννόννα Ρ., Βλαχοδημητρόπουλος Δ., Καρακώστα Α., Κιάφα Ι.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ανασκοπήσαμε το υλικό γαστρεκτομών του ΠΓΝΝ της πενταετίας 1989-1993 (147 περιπτώσεις) με σκοπό την ανεύρεση και μελέτη των περιπτώσεων λεμφώματος.

Στο υλικό μας περιλαμβάνονταν 73 περιπτώσεις νεοπλασίας. Από αυτές 59 (40,13%) αφορούσαν καρκίνωμα, 4 περιπτώσεις αφορούσαν μεσεγχυματογενές νεόπλασμα και 10 (6,8%) λέμφωμα.

Αξιοσημείωτη είναι η αρκετά μεγάλη αναλογία του λεμφώματος στην 5ετία αυτή (σχέση καρκινώματος:λέμφωμα περίπου 6:1, συγκριτικά με δεδομένα της βιβλιογραφίας παλαιοτέρων ετών. Επίσης εμφανίζεται διαφορά στη συχνότητα καρκίνου και λεμφώματος στα δύο φύλα, με σχέση ανδρών-γυναικών στον καρκίνο 2,3:1, ενώ στο λέμφωμα 1:1. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και ο μέσος όρος ηλικίας στο λέμφωμα (56,8), που είναι σχεδόν μια δεκαετία μικρότερος εκείνου του καρκινώματος (67,4). Όλες οι περιπτώσεις αποδείχθηκαν Β-προέλευσης λέμφωμα, τα 7 χαμηλού και 3 υψηλού βαθμού κακοηθείας, από τον ειδικό λεμφικό ιστό των βλεννογόνων (MALT-lymphomas) τα ιδιαίτερα μορφολογικά και ανοσοϊστοχημικά ευρήματα των οποίων αναλυτικά παρουσιάζονται και συγκρίνονται προς τα δεδομένα της βιβλιογραφίας. Παρά την τοπικά εκτεταμένη νόσο (στάδιο 12Ε-112Ε), 8 από τους 10 ασθενείς βρίσκονται εν ζωή με επιβίωση 18-70 μηνών. Οι 7 από αυτούς έτυχαν συμπληρωματικής χημειο-και/ή ακτινοθεραπείας. Τέλος, σχολιάζονται οι απόψεις για την παθογένεια και τη βιολογική συμπεριφορά αυτών των λεμφωμάτων.

Λέξεις-κλειδιά: Στόμαχος, λέμφωμα, συχνότητα, χαρακτήρες, MALT.

EIΣAΓΩΓH

Ανασκοπήσαμε το υλικό γαστρεκτομών της 5ετίας 1989-93 με σκοπό αφενός την επιβεβαίωση της διαφαινομένης από τη βιβλιογραφία, αλλά και την καθημερινή μας εμπειρία, αύξησης της συχνότητας των πρωτοπαθών λεμφωμάτων του στομάχου και αφετέρου τη μελέτη των ειδικών χαρακτήρων τους, που τα διακρίνουν από τα λεμφαδενικά λεμφώματα και εντάσσουν τα περισσότερα από αυτά σε ιδιαίτερη κλινικοπαθολογοανατομική οντότητα λεμφωμάτων, τα γνωστά ως mucosa-associated lymphoid tissue (MALT) lymphomas1. H άποψη για την ύπαρξη αυτής της οντότητας διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1983, από τους Isaacson και Wright2, οι οποίοι σε έρευνά τους είχαν διαπιστώσει σημαντικές κλινικομορφολογικές αναλογίες μεταξύ του Μεσογειακού λεμφώματος του λεπτού εντέρου και του χαμηλού βαθμού κακοηθείας πρωτοπαθούς Β-λεμφώματος του στομάχου, τις οποίες απέδωσαν στην κοινή ιστογενετική τους προέλευση από τον ειδικό λεμφικό ιστό των βλεννογόνων3. Ακολούθησε ευρεία μελέτη και άλλων εξωλεμφαδενικών λεμφωμάτων (σιελογόνων αδένων, θυρεοειδούς, πνεύμονος, μαστού κ.λπ.), η οποία έδειξε ανάλογες κλινικομορφολογικές ομοιότητες4-7. Προέκυψαν έτσι τα επιχειρήματα να υποστηριχθεί πλέον η άποψη, πως στην πλειοψηφία τους τα εξωλεμφαδενικά λεμφώματα παρουσιάζουν σημαντικές μορφολογικές και λειτουργικές αναλογίες προς τον προγονικό τους τοπικό λεμφικό ιστό, οι οποίες ερμηνεύουν τόσο τις μορφολογικές αποκλίσεις από τα λεμφαδενικά λεμφώματα, όσο και την ιδιαίτερη βιολογική τους συμπεριφορά8. Η τελευταία χαρακτηρίζεται από την τάση να παραμένουν επί μακρόν εντετοπισμένα και συνεπώς να ιώνται χειρουργικά (εξ ου και η χρήση κατά το παρελθόν του όρου ψευδολέμφωμα), να διασπείρονται σε τελικά συνήθως στάδια στον μυελό των οστών9, να διηθούν σπανιότατα περιφερικούς λεμφαδένες10 και να υποτροπιάζουν τοπικά ή εκλεκτικά σε θέσεις άλλων βλεννογόνων11. Ειδικότερα ως προγονικό κύτταρο των Β-Malt λεμφωμάτων, θεωρείται το Β-λεμφοκύτταρο της αφοριστικής (marginal) ζώνης, της εξώτερης δηλαδή στιβάδας του λεμφοκυτταρικού μανδύα των λεμφοζιδίων, προς το οποίο και εμφανίζονται εντυπωσιακές μορφολογικές και ανοσοφαινοτυπικές ομοιότητες9,10,12-14.

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ

Το υλικό μας περιλάμβανε 147 περιπτώσεις γαστρεκτομών της 5ετίας 1989-93, οι 73 από τις οποίες (50%) για μη νεοπλασματικά νοσήματα, όπως έλκος, αιμορραγική γαστρίτιδα κ.ά. Το υλικό των νεοπλασματικών παθήσεων περιλάμβανε 59 περιπτώσεις με καρκίνωμα στομάχου (40%), 1 μεταστατικό μελάνωμα, 4 μεσεγχυματογενή νεοπλάσματα και 10 περιπτώσεις πρωτοπαθούς λεμφώματος (6,8%). Στο τελευταίο υλικό μελετήσαμε τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά, την παρουσία προεγχειρητικής κλινικής ή μετά ενδοσκοπική βιοψία διάγνωσης, τη μακροσκοπική εμφάνιση και κυρίως τα μικροσκοπικά χαρακτηριστικά, με έμφαση στα ιδιαίτερα γνωρίσματα, με βάση τα οποία χαρακτηρίζονται τα περισσότερα από αυτά ως MALT.

Όλες οι περιπτώσεις μελετήθηκαν περαιτέρω και ανοσοϊστοχημικά, σε τομές παραφίνης, με τη μέθοδο biotin-streptavidin. Χρησιμοποιήθηκαν οι παρακάτω αντιορροί της DAKO στις εξής αραιώσεις:
Κερατίνη ΧΜΒ: 1:50PCNA: 1:50
LCA: 1:100Ki 67: 1:50
L26: 1:80bcl-2: 1:50
UCHL-1: 1:1001F8 (CD21) 1:10
Τέλος, μελετήθηκε η κλινική εξέλιξη των περιπτώσεων, συγκριτικά προς το βαθμό κακοηθείας, το στάδιο και τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το υλικό μας περιλάμβανε 59 περιπτώσεις με καρκίνωμα στομάχου (40%) και 10 περιπτώσεις με πρωτοπαθές λέμφωμα (6,8%). Από πλευράς φύλου, καρκίνωμα είχαν 41 άνδρες και 18 γυναίκες, ενώ λέμφωμα 5 άνδρες και 5 γυναίκες. Οι ηλικίες στο καρκίνωμα κυμαίνονταν από 45-85 ετών, με ΜΟ ηλικίας τα 67,4 χρόνια, ενώ στο λέμφωμα από 33-85 ετών, με ΜΟ τα 58,6 χρόνια. Σημειωτέον ότι 3 ασθενείς με λέμφωμα ήσαν κάτω των 40 ετών (33,35 και 39 ετών, αντίστοιχα) (Πίνακας 1).

Πίνακας Ι. Υλικό γαστρεκτομών 5ετίας 89-93: 147 περιπτ.
Καρκίνωμα:59Λέμφωμα:10
40%6,8%
Σχέση 6:1
Άνδρες:41Άνδρες:5
Γυναίκες:18Γυναίκες:5
Σχέση:2,3:1Σχέση1:1
Ηλικία:45-85Ηλικία:33-85
ΜΟ:67,4ΜΟ:58,6

Προεγχειρητικά, από το υλικό των λεμφωμάτων ελέγχθηκαν με βιοψία οι 6 περιπτώσεις και διαγνώσθηκαν ως λεμφώματα (4 χβκ και 2 υβκ), όμως 2 από τις πρώτες περιπτώσεις μετά επανάληψη της βιοψίας. Κλινικά, υπόνοια νεοπλάσματος υπήρχε μόνον στα υψηλής κακοηθείας λεμφώματα, ενώ στις λοιπές περιπτώσεις, που είχαν εμφανιστεί με κύριο σύμπτωμα επίμονη επιγαστραλγία ή αναιμία περιγράφονταν ενδοσκοπικά μικροεξελκώσεις ή έλκος.

α. Μακροσκοπικά ευρήματα

Το υλικό μας αποτελούσαν 2 ολικές, 5 υφολικές και 3 υψηλές γαστρεκτομές. Οι επεξεργασίες εμφανίζονταν, στο άντρο (4 περ.) στο σώμα και το θόλο (2 περ.) ή και σε όλο σχεδόν το μήκος του στομάχου (4 περ.) με τη μορφή ανώμαλα πεπαχυσμένων πτυχών, με διαβρώσεις ή μικροεξελκώσεις (6 περιπτώσεις) και άλλοτε με μορφή ελκωτικών κυρίως επεξεργασιών με πάχυνση του γειτονικού τοιχώματος (Πίνακας ΙΙ).

Η διάμετρος των νεοπλασματικών επεξεργασιών κυμαινόταν από 4-8 εκ., όμως σε 3 περιπτώσεις αυτές ήσαν εξαιρετικά ευμεγέθεις, διαμ. από 13-16 εκ. Σε μία περίπτωση στο ένα όριο της νόσου υπήρχε διατιτραίνον επουλωθέν έλκος, για το οποίο και είχε χειρουργηθεί ο ασθενής. Σε όλες τις περιπτώσεις ανευρέθηκαν λεμφαδένες. Σε 6 ασθενείς είχε γίνει συμπληρωματικά σπληνεκτομή και σε 4 βιοψία ήπατος.

β. Μικροσκοπικά ευρήματα

Η μικροσκοπική εξέταση έδειξε, ότι οι 7 περιπτώσεις ήσαν χαμηλού βαθμού κακοηθείας και οι 3 περιπτώσεις υψηλού βαθμού κακοηθείας λεμφώματα. Σε δύο από τις τελευταίες συνυπήρχαν και μικρής έκτασης θέσεις με χβκλ. Σ' όλες τις περιπτώσεις με σπληνεκτομή (3 χβκ και 3 υβκ) ο σπλήνας ήταν ελεύθερος νόσου, όπως επίσης και το ήπαρ στις 4 περιπτ. χβκ που είχαν ελεγχθεί με βιοψία. Έτσι, επί τη βάσει του τροποποιημένου κατά Musshoff15 συστήματος Ann Arbor, το 40% των περιπτώσεών μας ήταν σε στάδιο 1Ε και το 60% σε στάδιο ΙΙΕ και αναλυτικότερα από τα χβκλ, 4 περιπτώσεις ήσαν σε στάδιο Ι2Ε και 3 περιπτώσεις σε στάδιο ΙΙ 1Ε και από τα υβκλ 1 περίπτωση σε στάδιο ΙΙ 1Ε και 2 περιπτώσεις σε στάδιο ΙΙ 2Ε.

Κατά τη λεπτομερέστερη μικροσκοπική μελέτη (Πίνακας ΙΙΙ) διαπιστώθηκε, ότι όλες οι περιπτώσεις των χβκλ εμφάνισαν τα ιδιαίτερα μορφολογικά γνωρίσματα των MALT-λεμφωμάτων (Εικ. 1, 2, 3).

Συχνό εύρημα ήταν η παρουσία των λεγομένων λεμφοεπιθηλιακών βλαβών (lymphoepithelial lesions). Ένα άλλο χαρακτηριστικό εύρημα ήταν η παρουσία αφθόνων λεμφοζιδίων με διογκωμένα βλαστικά κέντρα (Εικ. 5). Εκτός όμως των λεμφοζιδίων, παρατηρήθηκε πολύ συχνά, παράλληλα προς τη διάχυτη και οζώδης διαμόρφωση του νεοπλασματικού ιστού (Εικ. 6).

Aναζητήσαμε εξάλλου, όπως βιβλιογραφικά περιγράφεται, την παρουσία του φαινομένου της προοδευτικής υποκαταστάσεως των λεμφοζιδίων από το λεμφωματικό πληθυσμό (αποικισμός λεμφοζιδίων) και αυτό ήταν πράγματι ιδιαίτερα εμφανές στις περισσότερες περιπτώσεις, άλλοτε σε αρχόμενη φάση (Εικ. 7), άλλοτε σε προχωρημένη, με διαμόρφωση αποκλειστικά νεοπλασματικών όζων, που υπενθύμιζαν εκείνους ενός οζώδους λεμφώματος του βλαστικού κέντρου. Όμως η κυτταρική σύνθεση των όζων ήταν ανάλογη εκείνης των διαχύτων θέσεων, αν και σε αρκετές περιπτώσεις διακρίνονταν αυξημένος αριθμός μεγαλυτέρων κυττάρων (Εικ. 8). Ένα ενδιαφέρον εύρημα σε μία περίπτωση ήταν η συνύπαρξη κοκκιωμάτων από επιθηλιοειδή ιστιοκύτταρα, με εντόπιση στα βλαστικά κέντρα λεμφοζιδίων, σε θέσεις διηθήσεως του βλεννογόνου από χβκλ.

Στα υψηλής κακοηθείας λεμφώματα, ο νεοπλασματικός λεμφικός πληθυσμός περιλάμβανε στις 2 περιπτώσεις διογκωμένα λεμφικά στοιχεία, κεντροκυτταροειδούς ή μονοκυτταροειδούς μορφολογίας καθώς και διάσπαρτους πλασμαβλάστες, κεντροβλάστες και ανοσοβλάστες. Μερικά λεμφικά στοιχεία, στη μία περίπτωση, ήσαν πολύ διογκωμένα, με πολύλοβους πυρήνες, τύπου Reed-Sternberg (Εικ. 9). Στις 2 παραπάνω περιπτώσεις διακρίνονταν και περιορισμένης εκτάσεως εστίες χβκλ. Η απουσία εστίας χβκλ στην τρίτη περίπτωση δεν επέτρεψε την ασφαλή ένταξη της περιπτώσεως στα MALT λεμφώματα.

Αναζητήσαμε επίσης την παρουσία ελικοβακτηριδίων σε θέσεις διατηρουμένου βλεννογόνου και ανευρέθηκαν σε 6 από τις 10 περιπτώσεις (60%).

Ενδιαφέρον παρουσίαζε εξάλλου και ο τύπος διηθήσεως των λεμφαδένων, που στα χβκλ. και σε αρχόμενη φάση, εμφάνιζε χαρακτηριστική κατανομή στην περιφέρεια του μανδύα των λεμφοζιδίων, στη θέση δηλ. της αφοριστικής ζώνης (Εικ. 10). Σε περισσότερο προχωρημένο στάδιο διηθήσεως, παρατηρήθηκε και το φαινόμενο του αποικισμού και της σταδιακής αντικατάστασης των λεμφοζιδίων, με διαμόρφωση όζων, που υπενθύμιζαν την εικόνα ενός οζώδους λεμφώματος, ενώ σε περιπτώσεις πλήρους κατάληψης, κυρίως στα υβκλ, η διήθηση των λεμφαδένων ήταν διάχυτη.

γ. Ανοσοϊστοχημικά ευρήματα (Πίν. ΙΙΙ)

Σε όλες τις περιπτώσεις ο νεοπλασματικός λεμφικός πληθυσμός αποδείχθηκε Β-προελεύσεως, βάσει της θετικότητας στο δείκτη L26. Πάντοτε συνυπήρχε ικανός αριθμός Τ-αντιδραστικών μικρών λεμφοκυττάρων (UCHL-1+) που κατά τόπους, στα υβκ MALT, επισκίαζαν τα, λιγότερα σε αριθμό, ευμεγέθη νεοπλασματικά κύτταρα. Σαφής και εκτεταμένη μονοκλωνικότητα παρατηρήθηκε στις δύο περιπτώσεις χβκ με λεμφοπλασματοκυτταροειδή μορφολογία. Τα ώριμα πλασματοκύτταρα του επιπολής χαλαρού υποστρώματος του βλεννογόνου καθώς και τα διάσπαρτα μεταξύ του λεμφικού πληθυσμού ήσαν στις 8 περιπτώσεις μονοκλωνικού τύπου. Με το δείκτη 18 (CD 21) παρατηρήθηκε καλά ανεπτυγμένο δίκτυο FDC κυττάρων στα λεμφοζίδια με τα διογκωμένα βλαστικά κέντρα, ενώ στις περιπτώσεις, με τον αποικισμό και την προοδευτική υποκατάσταση αυτών, το δίκτυο φαίνονταν κατακερματισμένο. Στοιχεία κατακερματισμένου δικτύου διακρίνονταν και στις οζώδεις περιοχές των λεμφωμάτων, ενώ στις διάχυτες θέσεις μόλις σκιαγραφείτο ένα ακανόνιστο υποτυπώδες δίκτυο.

Με τα αντιγόνα κυτταρικού πολ/σμού PCNA και Ki-67, που γενικά παρουσίαζαν ανάλογα ευρήματα, φάνηκε στις περισσότερες περιπτώσεις χβκλ μικρός αριθμός θετικών κυττάρων (10-15%), που αυξάνονταν χαρακτηριστικά σε θέσεις με αυξημένη παρουσία μεγαλυτέρων λεμφοκυττάρων. Στα υβκλ οι δείκτες πολ/σμού ήσαν πολύ αυξημένοι και ο μεγαλύτερος διαπιστώθηκε στην περίπτωση χωρίς χβκ συνιστώσα. Με το bcl-2 διαπιστώθηκε μέτρια θετικότητα των νεοπλασματικών λεμφικών στοιχείων στα χβκλ και αρκετά ασθενέστερη στα υβκλ, ενώ τα βλαστικά κέντρα των λεμφοζιδίων ήταν, όπως αναμένονταν, αρνητικά.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΕΞΕΛΙΞΗ (Πίνακας ΙΙΙ)

Οι περισσότερες περιπτώσεις μας είχαν καλή εξέλιξη. Από τους 10 ασθενείς κατέληξαν οι 2, μια 85χρονη γυναίκα με χβκ, λεμφοπλασματοκυτταροειδές λέμφωμα, κατά τη μετεγχειρητική περίοδο και μία 33χρονη με το υβκλ, χωρίς χβκ συνιστώσα, μετά 1 1/2 χρόνο, αφού είχε υποστεί συμπληρωματική ακτινο- και χημειοθεραπεία. Οι λοιποί 8 ασθενείς ζουν από 18-70 μήνες, με συμπληρωματική χημειο- και ή ακτινοθεραπεία οι 7 και ένας χωρίς άλλη συμπληρωματική θεραπεία.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από το σύνολο των ευρημάτων μας, θεωρούμε κατ' αρχήν αξιοσημείωτη την αρκετά μεγάλη αναλογία λεμφώματος προς καρκίνωμα την 5ετία αυτή (1:6), συγκριτικά προς παλαιότερα βιβλιογραφικά δεδομένα. Σύμφωνα μ' αυτά, το λέμφωμα αποτελεί το 1-7% των κακοήθων επεξεργασιών του στομάχου16,17, ενώ στο υλικό μας φθάνει το 17%. Η αυτή προοδευτική αύξηση της συχνότητας του γαστρικού λεμφώματος έχει δειχθεί τελευταία και σε άλλες εργασίες18-20. Έχουν μάλιστα παρατηρηθεί και γεωγραφικοί θύλακοι, όπως στην περιοχή Feltre της Ιταλίας, με σχέση προς το καρκίνωμα (1:4), σε αντίθεση με περιοχές της Αγγλίας με σχέση 1:13-1821. Ενδιαφέρουσα επίσης είναι και η διαφορά στη συχνότητα καρκίνου και λεμφώματος στα δύο φύλα, με σχέση ανδρών - γυναικών στον καρκίνο 2,3:1, ενώ στο λέμφωμα 1:1. Βιβλιογραφικά, η τελευταία σχέση είναι 1,5:1 περίπου11,22, έχει όμως παρατηρηθεί σε αρκετά μεγάλη σειρά λεμφωμάτων23, και ελαφρά υπεροχή των γυναικών (0,97). Τέλος, από τα επιδημιολογικά στοιχεία του υλικού μας αξίζει να επισημανθεί και ο μέσος όρος ηλικίας στο λέμφωμα (58,6), που είναι σχεδόν μία 10ετία μικρότερος του καρκινώματος (67,4). Μικρότερος ΜΟ ηλικίας αναφέρεται και βιβλιογραφικά (60 χρόνια)11,22, επισημαίνεται μάλιστα και η μικρότερη ηλικία ενάρξεως της νόσου11,22 σε σχέση προς τον καρκίνο, όπως και στο υλικό μας, το 30% του οποίου αποτελούσαν άτομα κάτω των 40 ετών.

Η λεπτομερέστερη μικροσκοπική μελέτη του υλικού μας εξάλλου επιβεβαίωσε την άποψη, ότι στη μεγίστη πλειοψηφία τους τα γαστρικά λεμφώματα παρουσίαζαν τους χαρακτήρες MALT-λεμφωμάτων. Η μοναδική περίπτωση υβκλ, που δεν εμφάνιζε xβκ συνιστώσα ("πρωτογενές" υβκλ), παρουσίαζε δυσκολίες στην ταξινόμησή της, βάσει των γνωστών ταξινομήσεων των μη Hodgkin λεμφωμάτων. Αντίστοιχη δυσκολία περιγράφεται σε αρκετές περιπτώσεις πρωτοπαθών υβκλ στομάχου, τα οποία όμως, αντιθέτως, παρουσιάζουν μορφολογικές αναλογίες προς "δευτερογενή" υβκλ (δηλ. με χβκ-συνιστώσα)11,18, ενώ δεν φαίνεται να εμφανίζουν διαφορετική βιολογική συμπεριφορά από αυτά11,22. Τα παραπάνω στοιχεία δεν αποκλείουν την κοινή ιστογενετική τους προέλευση και πάντως δεν προσφέρουν επιχειρήματα για την ταξινόμησή τους σε ξεχωριστή ομάδα.

Οι γνωστές δυσκολίες, που παρουσιάζει το λέμφωμα του στομάχου στην κλινική και ιστολογική διάγνωσή του, εμφανίστηκαν και στο υλικό μας. Βιβλιογραφικά, τα ποσοστά επιτυχούς διαγνώσεως σε υλικό βιοψίας κυμαίνονται από 50-90%25. Για την ιστολογική διάκριση από καλοήθεις λεμφικές διηθήσεις ("λεμφοζιδιακή" γαστρίτιδα από ΗΡ, λεμφική υπερπλασία που συνοδεύει ένα χρόνιο γαστρικό έλκος) αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη η συνεκτίμηση κριτηρίων, όπως η παρουσία και ο βαθμός των λεμφοεπιθηλιακών βλαβών, ο βαθμός της ατυπίας των λεμφικών στοιχείων, η παρουσία σωματίων Dutcher26 καθώς και η εμφάνιση του επιθηλίου των γαστρικών βοθρίων στις θέσεις των λεμφοεπιθηλιακών βλαβών, το οποίο επί λεμφώματος παρουσιάζεται χαρακτηριστικά ηωσινόφιλο11.

Πάντως σε δύσκολες περιπτώσεις, η διάγνωση μπορεί να τεθεί μόνο με την επιβεβαίωση της μονοκλωνικότητος του λεμφικού πληθυσμού σε τομές κρυοστάτη ή και με μεθόδους μοριακής βιολογίας11,27.

Από τα μακροσκοπικά μας ευρήματα, αξίζει να σημειώσουμε τη συνύπαρξη σε μία περίπτωση καλοήθους διατιτραίνοντος έλκους, η οποία αναφέρεται σε ποσοστό 19-25%28,11 και μπορεί να δημιουργήσει επί πλέον διαγνωστικές δυσκολίες. Για την ερμηνεία του φαινομένου αυτού έχουν ενοχοποιηθεί, είτε η επί έλκους χρόνια γαστρίτιδα, ως προδιαθεσικός παράγων αναπτύξεως του λεμφώματος, είτε, αντίθετα, το λέμφωμα ως παράγων μειώσεως των μηχανισμών άμυνας του βλεννογόνου και αναπτύξεως έλκους11.

Σχετικά με το στάδιο της νόσου θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι ενώ όλες οι περιπτώσεις εμφάνιζαν τοπικά εκτεταμένη νόσο, εντούτοις, σε καμία περίπτωση με σπληνεκτομή δεν μετείχε ο σπλήνας και το ήπαρ ήταν επίσης ελεύθερο σε όλες τις περιπτώσεις. Ανάλογα είναι και τα βιβλιογραφικά ευρήματα. Η διήθηση του σπληνός αναφέρεται εξαιρετικά σπάνια, συνήθως κατά συνέχεια ιστού29 έτσι η σπληνεκτομή δεν ενδείκνυται επί μη μακροσκοπικής διογκώσεως του σπληνός.

Ως προς τον ιστολογικό βαθμό κακοήθειας (grading) των λεμφωμάτων ξενίζει η υπεροχή στο υλικό μας των χβκλ (7 περιπτώσεις), αντίθετη προς τα δεδομένα της παλαιότερης βιβλιογραφίας. Πάντως σε πρόσφατες εργασίες, με μεγάλο αριθμό περιπτώσεων22, παρατηρείται αύξηση των χβκλ. Τούτο κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στην πρωιμότερη διάγνωση των λεμφωμάτων, πριν δηλαδή μεταπέσουν σε υβκλ, αλλά και στην κατάργηση του όρου "ψευδολέμφωμα". Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς τα μορφολογικά κριτήρια, επί τη βάσει των οποίων ένα χβκλ θεωρείται ότι έχει μεταπέσει σε υβκ11,30.

Η λεπτομερέστερη μικροσκοπική εξέταση του εγχειρητικού υλικού μας παρουσιάζει ενδιαφέροντα επίσης στοιχεία. Παρά την αξιοσημείωτη ετερογένεια του λεμφικού πληθυσμού στις διάφορες περιπτώσεις, η οποία τονίζεται και στη βιβλιογραφία και αποτέλεσε αφορμή να χαρακτηρισθούν από κάποιους συγγραφείς (Hall και συν)30 τα λεμφώματα αυτά ως πολύμορφα, τα αναφερόμενα στη βιβλιογραφία ως χαρακτηριστικά μορφολογικά στοιχεία των MALT-λεμφωμάτων11,24,30-32 είναι σε μεγάλο βαθμό αναπαραγώγιμα (Πίνακας ΙΙΙ). Ένα ιδιότυπο εύρημα, το οποίο δεν έχει περιγραφεί βιβλιογραφικά, ήταν η ανεύρεση μικρών κοκκιωμάτων, από επιθηλιοειδή ιστιοκύτταρα, στα βλαστικά κέντρα των λεμφοζιδίων όπως επί τοξοπλασμώσεως. Ανάλογα κοκκιώματα είχαμε την ευκαιρία να δούμε σε περίπτωσή μας με υβκλ (μεταγενέστερο υλικό - υπό δημοσίευση) σε επιχώριους λεμφαδένες, μετέχοντες στη νόσο. Προφανώς το εύρημα αυτό σχετίζεται με ανοσολογικούς μηχανισμούς, όπως και σε αρκετούς τύπους καρκίνου έχει παρατηρηθεί.

Τέλος επισημαίνουμε την ανάγκη προσεκτικού ελέγχου των εγχειρητικών οριων για τον αποκλεισμό διασποράς της νόσου μέσω λεμφαγγείων ή περινευρικών διηθήσεων (3 περιπτώσεις μας) ή αναπτύξεως άλλης ανεξάρτητης εστίας λεμφώματος33.

Από την ευρεία ανοσοϊστοχημική μελέτη MALT-λεμφωμάτων σε τομές παραφίνης και κρυοστάτη είναι πλέον γνωστός ο ανοσοφαινότυπός τους (IgM+, IgA+, CD5-, CD10-, CD19+, CD22+, CD35+, CD32+, CD23-, KiB3+) σχεδόν ταυτόσημος με εκείνο των Β-λεμφωμάτων της αφοριστικής ζώνης13,14,34,35, και διάφορος των γνωστών λεμφαδενικών λεμφωμάτων. Από τα αποτελέσματα της ανοσοϊστοχημικής μελέτης του υλικού μας (Πίνακας ΙΙΙ) θα πρέπει να αναφέρουμε ιδιαίτερα τα παρακάτω:

Όλες οι περιπτώσεις μας αποδείχθηκαν Β-λεμφώματα (L26+), όπως συμβαίνει και στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους στη διεθνή βιβλιογραφία11,22. Πολύ χρήσιμη φαίνεται η επί πλέον μελέτη με το UCHL-1, διότι αναδεικνύει τα Τ-αντιδραστικά λεμφοκύτταρα, που μπορεί και να επισκιάζουν, σε περιπτώσεις υβκλ, τα πολύ λιγότερα ευμεγέθη νεοπλασματικά Β-λεμφοκύτταρα32. Η χρώση για κ-λ ελαφρές αλυσίδες, δεν φαίνεται να προσφέρει ιδιαίτερα στις περισσότερες περιπτώσεις χβκλ, σε τομές παραφίνης πλην περιπτώσεων με πλασματοκυτταροειδή διαφοροποίηση (ανοσοκυττώματα).

Με τους δείκτες κυτταρικού πολ/σμού εξάλλου (PCNA και του Ki67) αναδεικνύεται σαφώς ο βαθμός πολ/σμού του νεοπλασματικού πληθυσμού, που συμβαδίζει γενικά με το βαθμό κακοηθείας όπως και βιβλιογραφικά έχει παρατηρηθεί36.

Oπως το PCNA προτείνεται και ως ανεξάρτητος προγνωστικός δείκτης, διότι έχει παρατηρηθεί χειρότερη πρόγνωση σε ασθενείς με ποσοστό θετικών κυττάρων >17%36. Τέλος, θα πρέπει να διευκρινίσουμε, ότι η ασθενής έως μέτρια έκφραση της πρωτεΐνης bcl-2 στο υλικό μας, η οποία σύμφωνα με τα βιβλιογραφικά δεδομένα δεν εμφανίζεται στα MALT-λεμφώματα37,38, δεν σημαίνει υποχρεωτικά την παρουσία μετάθεσης t 14:18 και έχει εμφανιστεί σε άλλα χβκλ, εκτός από τα οζώδη39, καθώς και σε MALT-λεμφώματα. Συνεπώς, η σχετική ανοσοϊστοχημική χρώση δεν φαίνεται να συμβάλλει στη διάκριση από τα οζώδη κεντροβλαστικά-κεντροκυτταρικά λεμφώματα, τουλάχιστον σε τομές παραφίνης.

Σχετικά με την παθογένεια του λεμφώματος του στομάχου, τούτο θεωρείται όπως και το καρκίνωμα, πολυπαραγοντική νόσος, με ενεχόμενους περιβαλλοντικούς, διαιτητικούς, αλλά και τοπικά ερεθιστικούς παράγοντες. Σαν τέτοιος ενοχοποιειται σήμερα το Helicobacter pylori. Σχετικές ενδείξεις αποτελούν η ανεύρεση του HP σε ποσ. 87-92% επί λεμφώματος, συγκριτικά προς 60% στο γενικό πληθυσμό της αυτής περιοχής40 και ιστολογικά η εμφάνιση λεμφοζιδίων στο βλεννογόνο του στομάχου επί λοιμώξεως με ΗΡ41.

Θεραπευτικά, οι περισσότεροι συγγραφείς22,25,42,43 σήμερα συμφωνούν πως η νόσος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατ' αρχήν χειρουργικά, με συμπληρωματική ακτινοθεραπεία σε περιπτώσεις υπολειμματικής τοπικής νόσου ή συμπληρωματική χημειοθεραπεία σε περιπτώσεις με χαμηλούς προγνωστικούς δείκτες. Για την παρακολούθηση των ασθενών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν το ενδεχόμενο τοπικής ή σε γειτονικούς βλεννογόνους υποτροπής (π.χ. στο λεπτό έντερο, αλλά και σε απομακρυσμένους βλεννογόνους ή επιθηλιακούς ιστούς)11,44.

Ως προς την πρόγνωση αυτών των λεμφωμάτων θα πρέπει να υπογραμμιστεί η αρκετά καλή εξέλιξη των περισσοτέρων ασθενών μας, 8 από τους οποίους ζουν από 18 έως 70 μήνες, παρά το προχωρημένο στάδιο (60% σε στάδιο ΙΙ) και τη διήθηση των εγχειρητικών ορίων σε αρκετές περιπτώσεις. Βιβλιογραφικά, σε μελέτη μεγάλης σειράς ασθενών από τους Cogliatti και συν.22, η επιβίωση χειρουργηθέντων ασθενών, με ή χωρίς συμπληρωματική χημειο- και ακτινοθεραπεία, ήταν 91% (5ετής) και 75% (10ετής). Σε εργασία του Isaacson και συν. εξάλλου11 η 10ετής επιβίωση 66 περιπτώσεων ήταν 83%, ενώ σε άλλες εργασίες αναφέρονται 5ετής επιβίωση 88%49 και 10ετής 46%23. Η πρόγνωση φαίνεται να σχετίζεται με το στάδιο της νόσου και τη ριζικότητα της εγχειρήσεως22,23,43,45,46. Έτσι, στην εργασία του Cogliatti, η 5ετής επιβίωση ήταν 95% στο στάδιο Ι και 82% στο στάδιο ΙΙ. Πρόσφατα έχουν αναφερθεί22,23 και ο αριθμός κακοηθείας ως ενδιάμεσος προγνωστικός δείκτης, με 5ετή επιβίωση 91% σε χβκλ και 75% σε υβκλ22, αλληλοσχετιζόμενος όμως προς τους παραπάνω23,47, όπως και ο δείκτης κυτταρικού πολ/σμού36,48.

Η ευνοϊκή αυτή πρόγνωση είχε αρχικά αποδοθεί στο φαινόμενο της παλλινοστήσεως (homing) των νεοπλασματικών λεμφικών στοιχείων στο λεμφικό ιστό των βλεννογόνων αντί της διασποράς στο μυελό των οστών ή σε περιφερικούς λεμφαδένες, που ερμήνευε και την εκλεκτική υποτροπή της νόσου σε βλεννογόνους, όμως μέχρι στιγμής δεν θεωρούνται επαρκείς οι ενδείξεις για τούτο11. Μια άλλη πιθανότητα, που συζητείται είναι η ανοσολογική εξάρτηση των λεμφωμάτων αυτών49-51, η ανάπτυξη των οποίων θεωρείται ότι επηρεάζεται από αντιγόνα του μικροπεριβάλλοντός τους. Σ' αυτόν τον ανοσολογικό μηχανισμό θεωρείται, ότι εμπλέκεται το ΗΡ51,52, η εκρίζωση του οποίου με αντιβιοτικά έδειξε υποστροφή του λεμφώματος σε 5 από 6 ασθενείς, με αρχόμενη νόσο, σε πρόσφατη εργασία του Isaacson και συν.53,54.

Τελειώνοντας, πιστεύομε ότι η εξοικείωση των παθολογοανατόμων, αλλά και των κλινικών γιατρών με την οντότητα των MALT-λεμφωμάτων, καθόλου σπάνια και με αυξανόμενη συχνότητα, προσφέρει σημαντικά τόσο στη διαγνωστική τους προσπέλαση, όσο και στην ορθή θεραπευτική τους αντιμετώπιση και στον καθορισμό της προγνώσεώς τους.

Bιβλιογραφια

1. Myhry M, Issacson P. Primary B-cell gastric lymphoma- a reassessment of its histogenesis J. of Pathology 1987, 152:1-11.
2. Isaacson P, Wright D. Malignant lymphoma of Mucosa. Associated Lymphoid Tissue. Cancer 1983, 52:1410-16.
3. Spencer J, Finn T, Isaacson PG. Gut associated lymphoid tissue: a morphological and immunocytochemical study of the human appendix. Gut 1985, 26:672-679.
4. Issacson P, Wright D. Extranodal Malignant Lymphoma arising from Mucosa Associated Lymphoid Tissue. Cancer 1984, 53:2515-2524.
5. Addis BJ, Hyjek E, Issacson P. Primary pulmonary lymphoma: a reappraisal of its histogenesis and its relationship to pseudolymphoma and lymphoid interstitial pneumonia. Histopathology 1988, 13:1-2.
6. Hyjek E, Isaacson P. Primary B-cell lymphoma of the thyroid and its relationship to Hashimoto's thyroiditis. Hum. Pathol. 1988, 19:1315-1326.
7. Hyjek E, Smith WJ, Isaacson P. Primary B-cell lymphoma of Salivary glands and its relationship to myoepithelial sialadenitis. Hum Pathol 1988, 19:766-776.
8. Isaacson PG. Lymphoma of mucosa-accosiated lymphoid tissue (MALT) Histopathology 1990, 16:617-619.
9. Nizze H, Cogliatti SB, Von Schilling C, et al. Monocytoid B-cell lymphoma: morphological variants and relationship to low grade B-cell lymphoma of mucosa-associated lymphoid tissue. Histopathology 1991, 18:403-414.
10. Schmid C, Kirkham D, Diss T, Isaacson PG. Splenic marginal zone lymphoma. Am J Surg Pathol 1992, 16:455-466.
11. Isaacson PG, Norton AJ. Malignant Lymphoma of the gastrointestinal tract in Extranodal Lymphomas 15-41. Churchill: Livingstone, 1994 U.S.
12. Ortiz-Hidalgo C, Wright DH. The morphological spectrum of monocytoid B-cell lemphoma and its relationship to lymphoma of mucosa-associated lymphoid tissue. Histopathology 1992, 21:555-561.
13. Harris NL. Low -Grade B-cell lymphoma of Mucosa- associated lymphoid Tissue and Monocytoid B-cell Lymphoma. Related entities that are distinct from other low grade B-cell lymphomas. Editorial. Arch Pathol Lab Med 1993, 117:771-775.
14. Lennert K, Feller AC. Low-grade B-cell lymphoma of MALT type in: Lennert K, Feller Ac ed. Histopathology of Non-Hodgkin's lymphomas. 2nd ed. (based on the Updated Kiel Classification. 114, Springer-Verlag 1992, Berlin.
15. Musshoff K. Klinische Stadieneinteilung der Nicht-Hodgkin-Lymphome. Strahlentherapie 1977, 153:218-221.
16. Freeman C, Berg JW, Cutler SJ. Occurrence and prognosis of extranodal lymphomas. Cancer 1972, 29:252-260.
17. Mohri N. Primary gastric non-Hodgkin's lymphomas in Japan. Virchows. Arch A 1987, 411:459-466.
18. Sadler RS. Has primary gastric lymphoma become more common? J. Clin Gastroenterol 1984, 6:101-107.
19. Hayes J, Dunn E. Has the incidence of primary gastric lymphoma increased? Cancer 1989, 63:2073-2076.
20. Severson Rk, Davis S. Increasing incidence of primary gastric lymphoma. Cancer 1990, 66:1283-1287.
21. Doglioni C, Wotherspoon A, Moschini A, De Boni M, Isaacson P. High incidence of primary gastric lymphoma in northeastern Italy. Lancet 1992, 339:834-35.
22. Cogliatti S, Schmid U, Schumacher U, Eckert F, Hansmann M-L, Hedderich J, Takahashi H, Lennert K. Primary B-cell gastric lymphoma: A clinicopathologic Study of 145 patients. Gastroenterology 1991, 101:1159-1170.
23. Radaszkiewicz T, Dragosics B, Bauer P. Gastrointestinal Malignant Lymphomas of the mucosa-Associated lymphoid Tissue: Factors Relevant to Prognosis. Gastroenterology 1992, 102:1628-1638.
24. Chan JK, Isaacson PG. Relationship Between High-grade lymphoma and Low-grade B-cell Mucosa associated lymphoid Tissue Lymphoma (MALTOMA) of the Stomach. Am J Pathol 1990, 136:1153-1164.
25. Frazee R, Roberts J. Gastric lymphoma treatment. Medical versus Surgical. Surgical Clinics of North America 1992, 72:2:423-432.
26. Zukerberg L, Ferry J, Southern J, Harris N. Lymphoid Infiltrates of the Stomach. Evaluation of histologic Criteria for the diagnosis of low-grade gastric lymphoma on Endoscopic Biopsy specimens. Am J Surg Pathol 1990, 14(12):1087-1099.
27. Osborne BM, Pugh WC. Practicality of molecular studies to evaluate small lymphocytic proliferations in endoscopic gastric biopsies. Am J Surg Pathol 1992, 16(9):838-44.
28. Brooks JJ, Enterline HT. Primary gastric lymphomas, a clinicopathologic study of 58 cases with long-term follow up and treatment review. Cancer 1983, 51:701-711.
29. Rosen CB, van Heerden SA, Martin JK et al. Is an aggressive surgical approach to the patient with gastric lymphoma warranted? Ann Surg 1987, 205:634-640.
30. Hall P, Levison D. Malignant Lymphoma in the gastrointestinal Tract. Seminars in Diagnostic Pathology 1991, 8(3):163-177.
31. Isaacson P, Wotherspoon A, Langxing Pan. Follicular Colonization in B-cell Lymphoma of Mucosa-associated lymphoid tissue. Am J Surg Pathol 1991, 15(9):819-828.
32. Isaacson P, Spencer J, Finn T. Primary B-cell Lymphoma. Hum Pathol 1986, 17(1):72-82.
33. Wotherspoon A, Doglioni C, Isaacson PG. Low-grade gastric B-cell lymphoma of mucosa-associated lymphoid tissue (MALT): A multifocal disease. Histopathology 1992, 29(1):29-34.
34. Sundeen JT, Longo DL, Jaffe ES: CD5 expression in B-cell small lymphocytic malignancies. Correlations with clinical presentation and sites of disease. Am J Surg Pathol 1992, 16(2):130-7.
35. Spencer J, Finn T, Pulford K AF, et al: The human gut contains a novel population of B lymphocytes which resemble marginal zone cells. Clin Exp Immunol 1985, 62:607-611.
36. Woods A, Hall P, Shepherd N, Hauby A, Waseem N, Lane D, Levison D. The assessment of proliferating cell nuclear antigen (PCNA) immunostaining in primary gastrointestinal lymphomas and its relationship to histological grade, StG2+M phase fraction (flow cytometric analysis) and prognosis Histopathology 1991, 19:21-27.
37. Lebrun D, Kamel O, Cleary M, Dorfman R and Warnke R. Follicular Lymphomas of the Gastrointestinal Tract. Pathologic features in 31 Cases and bcl-2 oncogenic Protein Expression. Am J Pathol 1992, 140(6):1327-1335.
38. Pan L, Diss T, Cunningham D, Isaacson P. Rapid Communication. The bcl-2 Gene in Primary B-cell lymphoma of Mucosa-associated Lympoid Tissue (MALT) Am J Pathol 1989, 135(1):7--11.
39. Pezzella F, Tse AGD, Cordell JL, Pulford KAF, Gatter KC, Mason Dy. Expression of the bcl-2 oncogene protein is not specific for the 14:18 chromosomal translocation. Am J Pathol 1990, 137:225-32.
40. Wotherspoon AC, Ortiz-Hidalgo C, Falzon MR, et al: Helicobacter pylori-associated gastritis and primary B-cell gastric lymphoma. Lancet 1992, 339:834-835.
41. Genta R, Hamner WD, Graham: Gastric lympoid follicles in Helicobacter pylori infection. Frequency, distribution and response to triple therapy. Am Pathol 1993 (24/6), 577-583.
42. Gobbi PG, Dionisi P, Barbieri F, et al: The role of surgery in the multi modal treatment of primary gastric non-Hodgkin's lymphoma. A report of 76 cases and review of the literature. Cancer 1990, 65:2528-2536.
43. Baildam AD, Williams GT, Schofield PF: Abdominal lymphoma. The place of surgery. J R Soc Med 1989, 82:657-660.
44. Fischbach W, Kestel W, Kirchner T, Mossner J, Wilms K. Malignant lymphomas of the upper gastrointestinal tract. Results of a Prospective Study in 103 Patients. Cancer 1992, 70(5):1075-1080.
45. Seifert E, Schulte F. Stolte M. Long-term results of treatment of malignant non-Hodgkin's lymphoma of the Stomach. Gastroenterol 1992, 30(8):505-8.
46. Azab MB, Amar HM, Rougier P, et al: Prognostic factors in primary gastrointestinal non-Hondgkin's lymphoma. A multivariate analysis, report of 106 cases and review of the literature. Cancer 1989, 64:1208-1217.
47. Falzon M, Ash K, Isaacson PG. Survival in B-cell gastric lymphoma of MALT. J Pathol 1991, 163-172 A.
48. Villar HV, Wong R, Paz B, et al: Immunophenotyping in the management of gastric lymphoma. Am J Surg 1991, 161:171-76.
49. Isaacson PG, Spencer J. Malignant lymphoma and autoimmune disease. Histopathology 1993, 23:509-510.
50. Hussell T, Isaacson PG, Crabtree JE, Dogan A, Spencer J. Immunoglobulin specificity of low grade B-cell gastrointestinal lymphoma of MALT type. Am J Pathol 1993, 142(1):285-92.
51. Hussel T, Isaacson PG, Gabtree JE, Spencer J. The response of cells from low grade B-cell gastric lymphomas of mucosa-associated tissue to helicobacter pylori. Lancet 1993, 342(8871):571-4.
52. Karttunen R. Blood lymphocyte proliferation cytokine secretion and appearance of T-cells with activation surface markers in cultures with Helicobacter pylori: Comparison of the responses of subjects with and without antibodies to H. pylori. Clin Exp Immunol 1991(83):396-400.
53. Wotherspoon AC, Doglioni C, Diss TC, Pan L, Moschini A, de Boni M, Isaacson PG. Regression of primary low-grade B-cell gastric lymphoma of mucosa-associated lymphoid tissue type after eradication of helicobacter pylori. Lancet 1993, 342(8871):575-7.
54. Stolte M, Eidt S. Healing gastric MALT lymphomas by eradicating H. pylori (comment) Lancet 1993, 342(8871):568.

 

[Home] [What's New] [Site Map] [Search] [E-Mail]
MedNet HELLAS is a project of Athens Medical Society.
Copyright © MedNet HELLAS 1997. All rights reserved.
This site is optimized for Netscape 3.0 and Internet Explorer 3.0