Αδένωμα υποφύσεως με μορφή ρινικού πολύποδα
Γιάννου Π., Κοντογεώργος Γ., Ελεμένογλου Γ., Βαμβασάκης Μ., Ρολόγης Δ., Ορφανίδης Γ.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η διήθηση του ρινικού βλεννογόνου από αδένωμα υποφύσεως αποτελεί ασυνήθη επιπλοκή. Ιδιαίτερα σπάνια είναι η πολυπώδης προβολη αδενώματος στη ρινική θαλάμη. Παρουσιάζεται ιδιόμορφη περίπτωση αδενώματος υποφύσεως που εμφανίσθηκε ως ρινικός πολύποδας σε ασθενή ηλικίας 51 ετών και εκδηλώθηκε κλινικά με ρινορραγίες. Ο όγκος παρουσίαζε ανοσοϊστοχημικά εστιακή θετικότητα για γοναδοτροπίνες (FSH and LH) και προλακτίνη. Υπερμικροσκοπικά είχε χαρακτηριστική υφή αδενώματος από null κύτταρα και παρουσίαζε γλυκοπρωτεϊνική διαφοροποίηση με μερική ογκοκυτταρική μετατροπή. Παράλληλα, συζητούνται τα προβλήματα διαφορικής διαγνωστικής και γίνεται σύντομη ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας.
Λέξεις-κλειδιά: αδένωμα, ανοσοϊστοχημεία, ηλεκτρονική μικροσκοπία, ρινικός πολύποδας, υπόφυση.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τα αδενώματα της υποφύσεως αντιπροσωπεύουν το 10% περίπου των χειρουργικά εξαιρουμένων ενδοκρανιακών όγκων. Η πλειονότητα των ασθενών εμφανίζει ενδοκρινολογικές εκδηλώσεις όπως μεγαλακρία, νόσο του Cushing ή σύνδρομο αμηνόρροιας-γαλακτόρροιας, ενώ το 25% περίπου των αδενωμάτων είναι κλινικά ανενεργή1,2. Κατά κανόνα, τα μη λειτουργικά αδενώματα είναι μακροαδενώματα διαμέτρου άνω του ενός εκατοστού, καταλαμβάνουν ολόκληρο τον αδένα και επεκτείνονται υπέρ- ή παραεφιππιακά, προκαλώντας νευρολογικά συμπτώματα, κυρίως από πίεση του οπτικού χιάσματος. Μπορεί επίσης να διηθήσουν το έδαφος του εφιππίου να επεκταθούν στον πρόσθιο σφηνοειδή κόλπο και το ρινοφάρυγγα και σπανιότατα να προβάλουν πολυποειδώς στη ρινική θαλάμη2-17.
Παρά τη συμβολή των συγχρόνων απεικονιστικών μεθόδων στη διαγνωστική, οι όγκοι της περιοχής αυτής παρουσιάζουν προβλήματα διαφορικής διαγνωστικής που απαιτούν μορφολογική και ανοσοϊστοχημική διερεύνηση.
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΣ
Η περίπτωση αφορά άνδρα ηλικίας 51 ετών ο οποίος παρουσίασε κεφαλαλγίες και ρινορραγίες. Στην κλινική εξέταση διαπιστώθηκε πολυπώδης όγκος της αριστερής ρινικής θαλάμης ο οποίος αφαιρέθηκε χειρουργικά. Η ιστολογική εξέταση έδειξε διήθηση του χορίου του ρινικού βλεννογόνου από μικροκυτταρικό νεόπλασμα αποτελούμενο από συμπαγείς επιθηλιακές νησίδες διαχωριζόμενες από λεπτά αγγειοσυνδετικά διαφράγματα (Εικ. 1). Ο ανοσοϊστοχημικός έλεγχος έδωσε θετική την ειδική ενολάση των νευρικών κυττάρων (NSE). H ιστολογική εικόνα συσχετίσθηκε με το εύρημα της ανώμαλης διευρύνσεως του τουρκικού εφιππίου που διαπιστώθηκε στην απλή ακτινογραφία κρανίου. Σε συμπληρωματικό απεικονιστικό έλεγχο με αξονική και μαγνητική τομογραφία κρανίου διαπιστώθηκε αδένωμα υποφύσεως σταδίου IV-A κατά Hardy18, με υπερεφιππιακή ανάπτυξη, διήθηση του εδάφους του τουρκικού εφιππίου και επέκταση στον πρόσθιο σφηνοειδή κόλπο (Εικ. 2). Ο ασθενής δεν παρουσίαζε ενδοκρινολογικές αλλοιώσεις, ούτε παθολογική αύξηση των υποφυσιακών ορμονών. Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε διασφηνοειδή αφαίρεση του όγκου. Ιστολογικά επρόκειτο για χρωμόφοβο αδένωμα υποφύσεως. Για τον ανοσοϊστοχημικό έλεγχο χρησιμοποιήθηκαν αντισώματα έναντι όλων των γνωστών αδενοϋποφυσιακών ορμονών. Εφαρμόσθηκε η τεχνική του συμπλέγματος αβιδίνης-βιοτίνης υπεροξειδάσης (ABC) σε τομές παραφίνης19. Το αδένωμα έδειξε εστιακή ανοσοθετικότητα κυρίως για β-LH, με παρουσία σποραδικών κυττάρων θετικών για β-FSH και σπανίων για α-υπομονάδα γλυκοπρωτεϊνικών ορμονών (α-SU). Παρόμοια αποτελέσματα έδωσε και ο έλεγχος ανασκοπήσεως του υλικού της πρώτης χειρουργικής επεμβάσεως το οποίο παρουσίαζε επιπλέον πολύ λίγα κύτταρα ανοσοθετικά για προλακτίνη. Οι ανοσοχρώσεις ήταν αρνητικές για αυξητική ορμόνη, ACTH, και β-TSH. Στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο παρατηρήθηκε μορφολογία αδενώματος από null κύτταρα με στοιχεία γλυκοπρωτεϊνικής διαφοροποιήσεως και μερική ογκοκυτταρική μετατροπή. Τα κύτταρα του αδενώματος είχαν ακανόνιστους πυρήνες με οδοντώσεις της πυρηνικής μεμβράνης (Εικ. 3). Το κυτταρόπλασμα περιείχε πολλά και εστιακά άφθονα μιτοχόνδρια και εκκριτικά κοκκία διαμέτρου κυρίως κάτω των 200 nm. Τα εκκριτικά κοκκία παρουσίαζαν εστιακή συσώρευση ή κατανομή κατά μήκος της κυτταρικής μεμβράνης που αποτελεί στοιχείο χαρακτηριστικό γλυκοπρωτεϊνικής διαφοροποιήσεως20.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Τα αδενώματα της υποφύσεως θεωρούνται καλοήθη νεοπλάσματα παρόλο που μπορεί να διαβρώσουν το τουρκικό εφίππιο και να διηθήσουν τοπικά. Μικροδιήθηση της μήνιγγας ανέρχεται στο 88% των μακροαδενωμάτων ενώ τοπική διήθηση παρατηρείται στο 20% των χειρουργικά εξαιρουμένων όγκων21. Στις περιπτώσεις αυτές ο όρος "διηθητικό αδένωμα" θεωρείται πλέον δόκιμος έναντι του όρου "καρκίνωμα", ο οποίος χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε περιπτώσεις διαπιστωμένων απομακρυσμένων μεταστάσεων1,2.
Η επέκταση του αδενώματος στην περιοχή του ρινοφάρυγα αποτελεί ασυνήθη επιπλοκή (Πίνακας 1). Από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας προκύπτει ότι η εκδήλωση αυτη ανέρχεται στο 2,5% των περιπτώσεων4,16. Ο Henderson το 1938 σε μελέτη 338 περιπτώσεων περιέγραψε 8 αδενώματα που εμφάνιζαν διήθηση του αναπνευστικού βλεννογόνου και αργότερα οι Pia και συν. (1985) σε μελέτη σειράς 156 αδενωμάτων προσέθεσαν άλλα 4 περιστατικά4,17. Πρώτος ο Boyd το 1910 παρουσίασε περίπτωση αδενώματος υποφύσεως με επέκταση στη ρινική θαλάμη και πολυπώδη διαμόρφωση3. Από τότε, έχουν περιγραφεί άλλες 3 περιπτώσεις6,7,15, ενώ σε 8 αναφέρεται ρινική απόφραξη από αδένωμα5,7,9,10,12,13,14,17 και σε 4 περιγράφεται όγκος ρινοφάρυγγα7,8,17. Η περίπτωση που παρουσιάζεται αποτελεί τη μοναδική της σειράς μας, η οποία αριθμεί μέχρι σήμερα 332 αδενώματα (0,3%) και ανήκει στις 9 συνολικά περιπτώσεις του υλικού μας στις οποίες παρατηρήθηκε διήθηση του αναπνευστικού βλεννογόνου (2,7%).
Τα κλινικά συμπτώματα στις περιπτώσεις αυτές εξαρτώνται από την υπερέκκριση αδενοϋποφυσιακων ορμονών, το βαθμό της επεκτάσεως επί τα εκτός του εφιππίου και τη διήθηση του ρινικού βλεννογόνου. Μπορεί να εκδηλωθούν με ενδοκρινολογικά σύνδρομα ή πονοκεφάλους και οπτικές διαταραχές ή ρινορραγία και ρινόρροια. Στη περίπτωσή μας ο ασθενής προσήλθε με κεφαλαλγίες και ρινορραγίες. Μόνο σε 5 ανάλογες περιπτώσεις οι ρινορραγίες αναφέρονται ως πρώτη κλινική εκδήλωση της αλλοιώσεως11,12,13,14,17.
Επεξεργασίες που εμπίπτουν στη διαφορική διάγνωση των νεοπλασιών της περιοχής της ρινός είναι το ρινοφαρυγγικό καρκίνωμα22, το ρινοφαρυγγικό αγγειοΐνωμα23, το χόρδωμα24, το μηνιγγίωμα25, η βλεννοκήλη του σφηνοειδούς κόλπου26. το κρανιοφαρυγγίωμα27. Αλλες ασυνήθεις αλλοιώσεις που περιλαμβάνει η διαφορική διάγνωση είναι το οσφρητικό νευροβλάστωμα, ο γιγαντοκυτταρικός όγκος και ένα ευμέγεθς ανεύρυσμα28.
Σε ιστολογικό επίπεδο, η διαφορική διάγνωση των αδενωμάτων της υποφύσεως περιλαμβάνει το μεταστατικό μικροκυτταρικό καρκίνωμα, το υψηλής κακοήθειας μη Hodgkin λέμφωμα και το πλασματοκύτωμα. Τα δύο πρώτα μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στη διαφορική διαγνωστική των προλακτινωμάτων που έχουν αντιμετωπισθεί θεραπευτικά με ανάλογα ντοπαμίνης όπως η βρωμοκρυπτίνη. Η τελεταία προκαλεί σμίκρυνση του μεγέθους του κυττάρου, καρυοπύκνωση και αναστροφή της σχέσεως πυρήνα προς κυτταρόπλασμα1. Η κυτταρική μονομορφία, η απουσία έκδηλης κυτταρικής ατυπίας και η σπανιότητα ευνοούν τη διάγνωση του αδενώματος1,2.
Η ανοσοϊστοχημεία προσφέρει σημαντική βοήθεια, ενώ το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο αποτελεί το μόνο διαγνωστικό μέσο για τον ακριβή καθορισμό του τύπου του αδενώματος. Η ανοσοθετικότητα των κυττάρων της περιπτώσεώς μας κυριως για α- και β- υπομονάδες γλυκοπρωτεϊνικών ορμονών (β-FSH, β-LH και α-SU) αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των μη λειτουργικών όγκων της υποφύσεως όπως αδενώματα null κυττάρων, ογκοκυττώματα και γοναδοτρόπα αδενώματα1,2,20.
Από κλινική άποψη, η αναγνώριση των διηθητικών αδενωμάτων υποφύσεως, ιδιαίτερα των μη λειτουργικών που εμφανίζονται με ιδιόρυθμη εικόνα, όπως του ρινικού πολύποδα, έχει ιδιαίτερη σημασία για την ορθή διάγνωση και αντιμετώπιση του ασθενούς.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
Οι συγγραφείς ευχαριστούν την κ. Μάγδα Σχίζα-Πατεράκη για τη συμβολή της στις μορφολογικές μελέτες. Ο Γ. Κοντογεώργος είναι υποχρεωμένος στο National Hormone and Pituitary Program (NHPP), National Institute of Diabetes, Digestive and Kidney Diseases (NIDDKD), National Institute of Health (NIH), Bethesda, Maryland, USA για την ευγενή προσφορά των αντισωμάτων έναντι των υποφυσιακών ορμονών.
Bιβλιογραφια
1. Kovacs K, Horvath E. Tumors of the pituitary. Atlas of tumor pathology. Fascicle XXI, 2nd series, Washington DC, Armed Forces Institute of Pathology, 1986.
2. Kontogeorgos G. Pituitary tumors. In: Polak JM (ed) Diagnostic Histopathology of Endocrine Tumours. Churchill Livingstone, London, 1993; 227-269.
3. Boyd W. A case of tumor of pituitary body. Lancet 1910; 11:1129-1131.
4. Henderson WR. The pituitary adenomata-follow up study of the surgical results in 338 (Dr. Harvey Cushing's series). Br J Surg 1939; 26:811-921.
5. Bailey OT, Gulter EC. Malignant adenomas of the chromophobe cells of the pituitary body. Arch Pathol 1940; 47:201-208.
6. Shea JJ. Nasal tumors of pituitary origin (report of a case). Trans Am Laryngol Rhinol Otol Soc 1941; 47:201-208.
7. Kay S, Lees JK, Stout AP. Pituitary chromophobe tumors of the nasal cavity. Cancer 1950; 3:695-704.
8. Borsanyi S. Pituitary chromophobe adenomas of the nasopharynx. Arch Otolaryngol 1960; 72:99-102.
9. Sadick MK, Nagori MA, Jafarey NA. Cromophobe adenoma of the pituitary gland masquerading as bilateral nasal polyps-report of a case. J Laryngol Otol 1974; 88:169-173.
10. Summers GW. Nasal obstruction caused by pituitary chromophobe adenoma. Laryngoscope 1976; 86:1718-1721.
11. Rasmussen P, Lindholm JA. Ectopic pituitary adenomas. Clin Endocrinol (Oxf) 1979; 11:69-74.
12. Cherpillod J, Haury JA. Obstruction nasale, symtome d' appel d'um prolactinome hypophysaire: a propos de deux observations. Rev Med Suisse Romande 1980; 100:349-353.
13. Safran AB, Berney J, Panchaud A. Nystagmus en bascule dans un cas d' adenome geant de l' hypophyse. Rev Med Suisse Romande 1980; 100:343-347.
14. Cole IE, Keene M. Nasal obstruction in pituitary tumors. J Laryngol Otol 1981; 95:183-189.
15. Lessard ML, Attia EL, Baxter JD, Viloria J, Macrovitz A. Intranasal presentantion of pituitary adenoma. J Otolaryngol 1985; 14:251-256.
16. Pia HW, Grote E, Hildebrant G. Giant pituitary adenomas. Neurosurg Rev 1985; 8:207-220.
17. Van der Mey AGL, Van Seters AP, Van Krieken JHJM, Vielvoye J, Van Dulken H, Hulshof JH. Large pituitary adenomas with extention into the nasopharynx. Report of three cases with review of the literature. An Otol Rhinol Laryngol 1989; 95:618-624.
18. Hardy J. Transsphenoidal surgery of hypersecreting pituitary tumors, In: Kohler PO, Ross GT (eds). Diagnosis and treatment of pituitary tumors. International Congress Series No 303. Exerpta Medica, Amsterdam, 1973; 179-198.
19. Kontogeorgos G, Kovacs K, Scheithauer BW, Rologis D, Orphanidis G. Alpha-subunit immunoreactivity in plurihormonal pituitary adenomas of patients with acromegaly. Mod Pathol 1991; 4:191-195.
20. Kontogeorgos G, Kovacs K, Horvath E, Scheithauer BW. Null cell adenomas, oncocytomas andgonadotroph adenomas of the human pituitary: An immunocytochemical and ultrastructural analysis of 300 cases. Endocr Pathol 1993; 4:20-27.
21. Selman WR, Laws ER Jr, Scheithauer BW, Carpenter SM. The occurrence of dural invasion in pituitary adenomas. J Neurosurg 1986; 64:402-407.
22. Hoffman JC Jr. Pathology of sellar and parasellar lesions. In: Wilkins RH, Rengachery SS (eds). Neurosurgery, Vol 1. McCraw-Hill, New York 1985; 822-834.
23. Gimbausky V, Parker J, Friedman M. Juvenile nasopharyngeal angiofibroma. Otol Laryngol Clin North Am 1986; 19:647-657.
24. Wright D. Nasopharyngeal cervival chordomas. Some aspects of their deveopment and treatment. J Laryngol Otol 1967; 81:1337-1355.
25. Rolski SB, McGee LE. Meningioma presenting as nasopharyngeal tumor (report of two cases). J Laryngol Otol 1962; 76:133-139.
26. Nagent GR, Sprinkle P, Bloor BM. Sphenoid sinus mucocells. Neurosurgery 1970; 32:443-445.
27. Polshin L, Rolan L, Altman MM, Payer E. "Pharyngeal" Craniopharyngioma. J Laryngol Otol 1975; 89:445-452.
28. Scheithauer BW. Pathology of the pituitary and sellar region. Exclusive of pituitary adenoma, In: Sommers SC, Rosen PP (eds) Pathology Annual part 1. Appleton Century Croft, Connecticut, 1985; 67-155.
|