ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΤΕΥΧΟΥΣ

 

Ο ρόλος των ακτινομυκήτων στην παθογένεια της υποτροπιάζουσας αμυγδαλίτιδας και της αμυγδαλικής υπερτροφίας
Ε. Αγαπητός, Ν. Καβαντζάς, Π.Μ. Παυλόπουλος, Θ. Παπασταύρου, Π. Δάβαρης

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν και η παρουσία ακτινομυκήτων σε αμυγδαλικές κρύπτες έχει επιβεβαιωθεί ήδη από τις αρχές του αιώνα, ο ακριβής ρόλος τους στην νοσολογία αυτής της περιοχής παραμένει ουσιαστικά αδιευκρίνιστος.

Κατά την παρούσα μελέτη. σε μια προσπάθεια να καθοριστεί η συμμετοχή των ακτινομυκήτων στην παθογένεια των υποτροπιαζουσών φλεγμονών και της υπερτροφίας των αμυγδαλών επανεξετάστηκε ιστοπαθολογικώς αρχειακό υλικό από 45 αμυγδαλεκτομές, λόγω χρόνιας υποτροπιάζουσας αμυγδαλίτιδας (ομάδα Α) καθώς και υλικό από 20 αμυγδαλεκτομές, λόγω σοβαρής υπερτροφίας των αμυγδαλών (ομάδα Β).

Ως ομάδα ελέγχου χρησιμοποιήθηκε νεκροτομικό υλικό από 25 περιπτώσεις χωρίς ένδειξη αμυγδαλικής φλεγμονής ή υπερτροφίας.

Ακτινομύκητες βρέθηκαν σε 5 από τους 45 ασθενείς της ομάδας Α (11,11%). Και στις 5 αυτές περιπτώσεις. γύρω από τους ακτινομύκητες παρατηρήθηκαν μέτριες έως πυκνές φλεγμονώδεις διηθήσεις. Στην ομάδα Β και στην ομάδα ελέγχου ακτινομύκητες βρέθηκαν σε 2 (10%) και 3 (12%) περιστατικά αντιστοίχως χωρίς ένδειξη φλεγμονώδους διηθήσεως.

Δεν τεκμηριώθηκε στατιστικώς σημαντική διαφορά στην συχνότητα της παρουσίας ακτινομυκήτων μεταξύ των 3 ομάδων που ελέγχθηκαν. Η παρουσία εντούτοις, φλεγμονωδών διηθήσεων στις θετικές περιπτώσεις της ομάδας Α επιτρέπει την διατύπωση υπόθεσης για μια πιθανή αιτιολογική συσχέτιση των αναερόβιων αυτών μικροοργανισμών με την έναρξη ή την διαιώνιση της χρόνιας υποτροπιάζουσας αμυγδαλίτιδας.

Λέξεις-κλειδιά: Ακτινομύκητες, Υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτις, Υπερτροφία αμυγδαλών

EIΣAΓΩΓH

Οι ακτινομύκητες αποτελούν gram θετικούς αναερόβιους μικροοργανισμούς, που απομονώθηκαν για πρώτη φορά από τον Israel το 18851. Σήμερα διακρίνονται 6 διαφορετικοί τύποι ακτινομυκήτων: israeli, naeslundli, bovis, odontolyticus, viscosus και ararhnia propionica. Μεταξύ αυτών ο israeli είναι ο συχνότερα ανευρισκόμενος παθογόνος ακτινομύκητας του ανθρώπου. Η ακτινομυκητιασική λοίμωξη εντοπιζεται, κατά σειρά συχνότητας, στην προσωποτραχηλική χώρα, την κοιλία και τους πνεύμονες. Η προσωποτραχηλική ακτινομυκητίαση μπορεί να παρουσιάζεται με δύο διαφορετικές κλινικές εικόνες: ως βραδέως διογκούμενη, ανώδυνη μάζα ή αντίθετα, ως επώδυνη και σκληρή διόγκωση με υποξεία εισβολή ευρισκόμενη στην γωνία της κάτω γνάθου ή στο υπογνάθιο τρίγωνο2,3.

Για την επισφράγιση της διάγνωσης της ακτινομυκητίασης απαιτείται συνήθως ιστολογική εξέταση του χειρουργικώς εξαιρούμενου παθολογικού υλικού. Σε αρκετές πάντως περιπτώσεις και μόνη η κλινική εικόνα είναι εντόνως υποδηλωτική ακτινομυκητίασης, ιδίως όταν έχει πλέον αναπτυχθεί συρίγγιο, δια του οποίου εκβάλλεται παχύρευστο υλικό με χαρακτηριστικές, μακροσκοπικά ορατές, κίτρινες αθροίσεις ακτινομυκήτων, τα καλούμενα "σωμάτια θείου".

Η παρουσία ακτινομυκήτων στην στοματική κοιλότητα επισημάνθηκε από τον Israel το 1885. Ένα χρόνο αργότερα ο Ruge4 απομόνωσε παρόμοιους μικροοργανισμούς από αμυγδαλικές κρύπτες, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τον Lord5 το 1910. Ο Wilkinson6 επί συνόλου 10.000 αμυγδαλεκτομών κατέδειξε ιστοπαθολογικώς την παρουσία ακτινομυκήτων σε 177 (1,8%). Σαφώς υψηλότερη επίπτωση παρουσίας ακτινομυκήτων σε παρασκευάσματα αμυγδαλικού ιστού (37%) ανακοινώθηκε απο τον Emmons7 το 1938. Έκτοτε, μια σειρά μελετών επί του θέματος τοποθετεί τα ποσοστά ανεύρεσης ακτινομυκήτων σε αμυγδαλές μεταξύ 2% και 37% (Πίνακας 1) 1-13.

Με την παρούσα μελέτη αποσκοπούμε στον υπολογισμό της συχνότητας της παρουσίας ακτινομυκήτων σε φυσιολογικούς και παθολογικούς αμυγδαλικούς ιστούς του ελληνικού πληθυσμού. Διερευνάται ακόμη ο πιθανός ρόλος των αναερόβιων αυτών οργανισμών στην ανάπτυξη ή την διατήρηση της χρόνιας αμυγδαλίτιδας καθώς και στην παθογένεια της αμυγδαλικής υπερτροφίας.

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ

Την βάση της παρούσας μελέτης απετέλεσαν 65 ασθενείς. που υπεβλήθησαν σε αμυγδαλεκτομή από τον Ιανουάριο του 1993 έως τον Δεκέμβριο του 1995, λόγω υποτροπιαζόντων επεισοδίων αμυγδαλίτιδας ή σοβαρής αμυγδαλικής υπερτροφίας. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε 2 ομάδες, ανάλογα με τις κύριες ενδείξεις που τους οδήγησαν στο χειρουργείο. Στην ομάδα Α εντάχθηκαν οι ασθενείς με χρόνια υποτροπιάζουσα αμυγδαλίτιδα (nΑ=45), ενώ στην ομάδα Β τα άτομα με έντονα αποφρακτικά φαινόμενα λόγω υπερτροφίας των αμυγδαλών (nΒ=20). Ως ομάδα ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν αμυγδαλές με φυσιολογική μακροσκοπική και ιστολογική εικόνα από 25 περιστατικά αιφνιδίων θανάτων. Σε όλες τις περιπτώσεις η λήψη του αμυγδαλικού ιστού πραγματοποιείτο εντός 6-12 ωρών από την στιγμή επέλευσης του θανάτου.

Στον πίνακα 2 συνοψίζεται το ηλικιακό φάσμα και η αναλογία φύλων στις 3 ομάδες. Με την δοκιμασία x2 και ανάλυση της μεταβλητότητας μεταξύ των ομάδων (ANOVA: single factor) δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στην σύνθεση των ομάδων, όσον αφορά την αναλογία φύλων και την ηλικία. (Τα δεδομένα δεν παρατίθενται).

Τα χειρουργικά παρασκευάσματα μεταφέρονταν άμεσα στο εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών σε δοχεία περιέχοντα στείρα σίελο. Μετά την συστηματική μακροσκοπική μελέτη κάθε παρασκευάσματος ακολουθούσε μονιμοποίησή τους σε διάλυμμα φορμαλδεΰδης και σκήνωση αντιπροσωπευτικών θέσεων σε μπλοκ παραφίνης. Όλες οι μικροσκοπικές παρατηρήσεις πραγματοποιήθηκαν σε τομές χρωσμένες με ηωσίνη-αιματοξυλίνη από έμπειρους παθολογοανατόμους. που συστηματικώς εκτιμούσαν όλες τις βλεννογονικές επιφάνειες, τις αμυγδαλικές κρύπτες και τον υποκείμενο λεμφικό ιστό. Από κάθε περιστατικό εξετάζονταν 6-9 ιστολογικές τομές. Οι ακτινομύκητες αναγνωρίζονταν ως ακτινωτές αθροίσεις βασεόφιλων νηματιδίων. Τομές θετικές για ακτινομύκητες βάφονταν στην συνέχεια με χρώση gram και PAS, ώστε να αναδειχθούν καλύτερα οι χαρακτηριστικές βακτηριακές μορφές.

Η διερεύνηση για πιθανές διαφορές στην συχνότητα της παρουσίας ακτινομυκήτων έγινε μεταξύ της ομάδας Α και Β, όπως επίσης μεταξύ της ομάδας ελέγχου και του αθροίσματος των ομάδων Α και Β με εφαρμογή της στατιστικής δοκιμασίας two-tailed Fisher's exact test.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στην ομάδα Α, ακτινομύκητες αναγνωρίστηκαν σε αμυγδαλικές κρύπτες 5 ασθενών ηλικίας 2 έως 20 ετών (11,11%). Μέτριες έως πυκνές φλεγμονώδεις διηθήσεις παρατηρήθηκαν γύρω από τους ακτινομύκητες και στις 5 αυτές περιπτώσεις με τον κυτταρικό πληθυσμό να αποτελείται κυρίως από ουδετερόφιλα πολυμορφοπύρηνα. Στην ομάδα Β, 2 περιπτώσεις, ηλικίας 2 και 8 ετών αντιστοίχως, βρέθηκαν θετικές για παρουσία ακτινομυκήτων (10%). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν παρατηρήθηκαν φλεγμονώδη κύτταρα. Τέλος 3 περιστατικά από την ομάδα ελέγχου, βρέθηκαν θετικά για ακτινομύκητες, επίσης χωρίς ένδειξη φλεγμονωδών διηθήσεων (12%).

Στον πίνακα 3 συνοψίζεται η ηλικιακή κατανομή των θετικών περιπτώσεων καθώς και η αναλογία αρρένων: θηλέων. Η δοκιμασία two-tailed Fisher's exact test δεν ανέδειξε στατιστικώς σημαντική διαφορά στην συχνότητα ανεύρεσης ακτινομυκήτων τόσο μεταξύ των ομάδων Α και Β (p=1,000), όσο και μεταξύ της ομάδας ελέγχου και του αθροίσματος των ομάδων Α και Β (p=0,996).

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Η παρουσία ακτινομυκήτων σε παρασκευάσματα αμυγδαλικού ιστού έχει επισημανθεί από τον ίδιο τον Israel, ήδη από το 1885. Ο δείκτης επίπτωσης σύμφωνα με τα βιβλιογραφικά δεδομένα κυμαίνεται μεταξύ 1,8% και 37%, ανάλογα με τους ερευνητές. Στην δική μας μελέτη τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 11,11% για την ομάδα Α, 10% για την ομάδα Β και 12% για την ομάδα με φυσιολογικές αμυγδαλές. Η ευρεία διακύμανση της επίπτωσης που παρατηρείται στις διάφορες εργασίες, μπορεί να αποδωθεί, τουλάχιστον εν μέρει, σε διαφορετικά κριτήρια αμυγδαλεκτομής, σε διαφορές, όσον αφορά την προηγούμενη αντιμικροβιακή θεραπεία των ασθενών, στην εμπειρία του παθολογοανατόμου και τέλος στην διαφορετική ηλικιακή σύνθεση των ασθενών, καθώς είναι πιθανό η παρουσία αναερόβιων μικροοργανισμών στις αμυγδαλές, να αυξάνεται με την αύξηση της ηλικίας14.

Στην παρούσα μελέτη οι χειρουργικές ενδείξεις για την ομάδα Α ήταν η εμφάνιση τουλάχιστον 3 επεισοδίων εμπύρετης αμυγδαλίτιδας το χρόνο για 3 έτη ή 5 επεισοδίων το χρόνο για 2 έτη ή τέλος 7 επεισοδίων σε 1 χρόνο. Στην ομάδα Β οι αντίστοιχες ενδείξεις ήταν σύνδρομο άπνοιας ύπνου ή μεγάλη διόγκωση των αμυγδαλών, σε βαθμό που να προκαλεί δυσκολίες στην αναπνοή ή την κατάποση. Το σύνολο των περιπτώσεων επανεξετάστηκε ανεξάρτητα από 2 έμπειρους παθολογοανατόμους. Η ηλικιακή σύνθεση των ομάδων δεν διέφερε στατιστικώς σημαντικά ενώ και η αναλογία φύλων ήταν παρόμοια. Πρέπει εντούτοις να σημειωθεί ότι παρά την προσπάθειά μας να εξαλείψουμε κάθε πιθανό συγχυτικό παράγοντα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα εκτενείς πληροφορίες για προηγούμενες αντιμικροβιακές θεραπείες δεν ήταν διαθέσιμες για όλα τα άτομα της ομάδας ελέγχου.

Μια σειρά πρόσφατων ερευνών έχει εστιάσει το ενδιαφέρον σε μικροβιολογικές αναλύσεις αδενοειδών εκβλαστήσεων15 και αμυγδαλών16 σε άτομα με αποφρακτικά φαινόμενα ή υποτροπιάζοντα επεισόδια αμυγδαλιτίδων. Συχνό εύρημα σε τέτοιες μελέτες φαίνεται να είναι μια μεγαλύτερη επίπτωση της παρουσίας βακτηριδίων, που παράγουν β-λακταμάση, στους ασθενείς με φλεγμονώδεις εκδηλώσεις, σε σχέση με εκείνους, στους οποίους προέχει η υπερτροφία και τα αποφρακτικά φαινόμενα. Σύμφωνα με κάποιες από αυτές τις εργασίες η παρουσία ακτινομυκήτων σε σημαντικό αριθμό αμυγδαλών με χρόνια φλεγμονή αποτελεί ένδειξη μιας πιθανής συμμετοχής τους στην ανάπτυξη ή στην διατήρηση της χρόνιας φλεγμονής. ’Αλλοι πάλι ερευνητές11 επισημαίνουν μια μεγαλύτερη συχνότητα ανεύρεσης ακτινομυκήτων σε υπερτροφικές αμυγδαλές, προτείνοντας με βάση αυτό το εύρημα έναν πιθανό ρόλο των ακτινομυκήτων στην αμυγδαλική υπερτροφία.

Σύμφωνα με τα δικά μας ευρήματα, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σημαντική διαφορά στην συχνότητα παρουσίας ακτινομυκήτων σε φλεγμαίνουσες, υπερτροφικές ή φυσιολογικές αμυγδαλές. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη του ό,τι οι ακτινομύκητες δυνατόν να αποτελούν μέρος της φυσιολογικής χλωρίδας της στοματικής κοιλότητας, χωρίς αξιοσημείωτη συμμετοχή στην παθολογία των αμυγδαλών. Η μόνη διαφορά που επισημάνθηκε από την μελέτη μας, ήταν μια σαφώς διαφορετική ιστοπαθολογική εικόνα των θετικών περιπτώσεων της ομάδας Α, με τους ακτινομύκητες να περιβάλλονται από μέτριες έως πυκνές φλεγμονώδεις διηθήσεις. Αν και η ιστολογική αυτή εικόνα, θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς ένα επιφαινόμενο της χρόνιας φλεγμονώδους κατάστασης, μια πιθανή συμμετοχή αυτών των αναερόβιων οργανισμών στην έναρξη ή την συντήρηση της αμυγδαλικής φλεγμονής αποτελεί μια λογική εκδοχή.

Κάτω από το πρίσμα αυτής της θεώρησης. σε ορισμένες περιπτώσεις χρόνιας υποτροπιάζουσας αμυγδαλίτιδας η παρουσία ακτινομυκήτων μπορεί να θεωρηθεί, αν όχι αιτιολογικός, τουλάχιστον επιβαρυντικός παράγων, παρεμβαίνων στην διαιώνιση της φλεγμονής. Σε τέτοιες περιπτώσεις η εκρίζωση αυτών των αναεροβίων με ικανοποιητικές δόσεις πενικιλλίνης θα μπορούσε να αποδειχθεί αποτελεσματική στην βελτίωση της κλινικής εικόνας αυτών των ασθενών16.

Bιβλιογραφια

1. Israel J. Klinische Beitrage Zur Kenntniss Der Aktinomycose der Menschen, A Hitschwald, Berlin 1885, 152 pp. cit.: Heubner: Z Klin Med 6: 392, 1885.
2. Lemer PI. Actinomyces and Arachnia species. In: Mandell GL, Douglas RG, Bennett JE. eds. Principals and Practices of Infectious Diseases. 2nd ed. New York, NY: John Wiley & Sons Inc. pp. 1427-1433, 1985.
3. Brook I. The clinical microbiology of Waldeyer's ring. Otolaryngol Clin North Am 20: 259-272, 1987.
4. Ruge H. Uber Actinomyces Ahnliche Gebilde in denTonsillen. Z Klin Med 17: 529-535, 1986.
5. Lord FT. The etiology of actinomycosis. The presence of Actinomyces in the contents of carious teeth and the tonsillar tissue crypts of patients without actinomycosis. JAMA 55: 1261-1271, 1910.
6. Wilkinson HF. Pathological changes in tonsils. Arch Otolaryngol 10: 127-138, 1929.
7. Emmons CW. The isolation of Actinomyces bovis from tonsillar granules. Publ Hlth Rep (Wash) 53: 1967-1974, 1938.
8. Gruner OPN. Actinomyces in tonsillar tissue. Histological study of a tonsillectomy material. Acta Path Microbiol Scand 76: 239-245, 1986.
9. Maher A, Bassiouny A, Mucci TJ, Moawad MK, Hendawy DS. Tonsilomycosis. A mycohistopathological study. J Laryngol Otol 96: 229-236, 1982.
10. Brooke I, Foote PA Jr. Comparison of the microbiology of recurrent tonsillitis between children and adults. Laryngoscope 96: 1385-1398, 1986.
11. Pransky SM, Feldman JI, Keams DB, Seid AB, Billman GF. Actionomycosis in obstructive tonsillar hypertrophy and recurrent tonsillitis. Arch Otolaryngol Head Neck Surg 117: 883-897, 1991.
12. Martins RH, Heshiki Z, Luchesi NR, Marques ME. Actinomycosis and botryomycosis of the tonsil. Auris Nasus Larynx 18: 377-382, 1991.
13. Assimakopoulos D, Vafiadis M, Askitis P, Sivridis E, Skevas A. Etude de la frequence de la colonisation d' Actinomyces israeli dans le tissu amygdalien. Rev Stomatol Chir Maxillofac 93: 122-128, 1992.
14. Hibbert J. Acute infection of the pharynx and tonsils. In: Scott-Brown's Otolaryngology (Kerr AG and Stell PN. Eds), 5th edition, Buttetworth & Co, London, p. 78, 1987.
15. Brook I. Aerobic and anaerobic bacteriology of adenoids in children: a comparison between patients with chronic adenotonsillitis and adenoid hypertrophy. Laryngoscope 91: 377-382, 1981.
16. Kielmotvich IH, Keleti G, Bluestone CD, Wald ER, Gonzalez C. Microbiology of obstructive tonsillar hypertrophy and recurrent tonsillitis. Arch Otolaryngol Head Neck Surg 115 : 721-724, 1989.

 

[Home] [What's New] [Site Map] [Search] [E-Mail]
MedNet HELLAS is a project of Athens Medical Society.
Copyright © MedNet HELLAS 1997. All rights reserved.
This site is optimized for Netscape 3.0 and Internet Explorer 3.0